gtp logo

Πληροφορίες τοπωνυμίου

Εμφανίζονται 27 τίτλοι με αναζήτηση: Προσκυνήματα  στην ευρύτερη περιοχή: "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Πόλη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" .


Προσκυνήματα (27)

Εκκλησίες

Αγιος Δημήτριος

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (Πόλη) ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
  Ο ναός του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης -βορειοανατολικά της Αρχαίας Αγοράς- σε επαφή με τη σημερινή οδό Αγίου Δημητρίου, που ακολουθεί τη χάραξη αρχαίας οδού της πόλης.
  Είναι κτισμένος σε σχήμα πεντάκλιτης βασιλικής, του λεγόμενου "Ελληνιστικού" τύπου, αλλά με πολλά ιδιαίτερα και σπάνια χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλους ναούς της ίδιας περιόδου στην Ελλάδα. Είναι ξυλόστεγο κτίσμα χωρίς θόλο, με διαστάσεις κάτοψης 43,58 μ. (μήκος) και 33 μ. (πλάτος). Εσωτερικά χωρίζεται με 4 σειρές μαρμάρινων κιονοστοιχειών σε 5 κλίτη (πεντάκλιτη), ενώ ένα 6ο κλίτος διαμορφώνεται κάθετα στα προηγούμενα, όπου η Αγία Τράπεζα και το ιερό. Το μεσαίο κλίτος, πιο πλατύ από τα άλλα, υπερυψώνεται και κυριαρχεί σαν όγκος, ενώ τα πλάγια στεγάζονται κλιμακωτά με στέγες, δίνοντας τη δυνατότητα να δημιουργηθούν πολύσχημα παράθυρα στους πλάγιους τοίχους (μονόλοβα, δίλοβα και πολύλοβα).
  Στο μεγαλύτερο μέρος του μνημείου διατηρείται η παλιά τοιχοποιϊα διαμορφωμένη από ανισόδομη αργολιθοδομή και πλινθοδομή, που σχηματίζει περίτεχνα τόξα πάνω από τις θύρες και τα παράθυρα.
  Όταν το 324 μ.Χ., ο Μέγας Κωνσταντίνος όρισε το χριστιανισμό σαν επίσημη θρησκεία του κράτους, οι χριστιανοί της Θεσσαλονίκης έσπευσαν αμέσως να τιμήσουν το συμπολίτη τους μεγαλομάρτυρα Αγιο Δημήτριο κτίζοντας ένα μικρό ναό ("οικίσκο") στο χώρο όπου (κατά την παράδοση) είχε μαρτυρήσει και ταφεί ο Αγιος, κοντά στο υπόγειο ερειπωμένου ρωμαϊκού λουτρού, δίπλα στο "στάδιο" της πόλης. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο χώρος αυτός του μικρού ναϊσκου του Αγίου Δημητρίου έγινε κέντρο λατρείας του Αγίου όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Πιστοί από όλα τα μέρη του κράτους κατέφθαναν στη Θεσσσαλονίκη για να προσευχηθούν στον τάφο του Αγίου ή για να θεραπευθούν από βαριές ασθένεις με το μύρο που ανάβλυζε από τον τάφο του. Μεταξύ των προσκυνητών ήταν και ο έπαρχος του Ιλλυρικού Λεόντιος, από το Σύρμιο, που θεραπεύθηκε τελείως από την ασθένεια που έπασχε. Τότε ο Λεόντιος, από ευγνωμοσύνη προς τον Αγιο Δημήτριο, έκτισε γύρω στο 413 στην ίδια θέση του ναϊσκου που υπήρχε, νέο, επιβλητικό ναό προς τιμήν του Αγίου Δημητρίου, που κυριαρχούσε σαν κτίσμα σε ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη, καθώς μάλιστα ήταν κτισμένος στην αρχή της ανηφόρας για την Ανω Πόλη. Είναι ο ναός που με διάφορες προσθήκες, επισκευές και διαρρυθμίσεις σώθηκε μέχρι τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, οπότε καταστράφηκε, για να αναστηλωθεί στη συνέχεια με μεγάλη πιστότητα.
  Η είσοδος στο ναό γινόταν στην αρχή από τη δυτική πλευρά, όπου υπήρχε μεγάλη ορθογώνια αυλή με περιστύλιο (αίθριο, ή "atrium"), στη μέση της οποίας ήταν τοποθετημένη η "φιάλη", μαρμάρινη στεγασμένη λεκάνη, όπου οι πιστοί έπλεναν τα χέρια τους προτού μπουν στο ναό.
  Στο βόρειο τμήμα του ναού αμέσως μετά το νάρθηκα, υπάρχουν υπάρχουν 3 αίθουσες που είχαν κτιστεί πιθανότατα πριν από το ναό και ίσως να αποτελούν τμήματα του παλιού ρωμαϊκού λουτρού, κοντά στο οποίο -κατά τις γραπτές παραδόσεις- τάφηκε ο Αγιος Δημήτριος. Στη μία από τις μικρές αυτές αίθουσες, ίσως μετά την άλωση από τους Τούρκους, μεταφέρθηκε το λείψανο του Αγίου Δημητρίου, για να διατηρηθεί έτσι στην παράδοση σαν ο τάφος του Αγίου.
  Σύμφωνα με την παράδοση και τις γραπτές μαρτυρίες, στην αριστερή πλευρά του μεσαίου κλίτους του ναού, περίπου στη μέση, τοποθετήθηκε αρχικά το λείψανο του Αγίου "υπό την γην", ενώ στο πάνω μέρος κατασκευάσθηκε ένα εξαγωνικό μικρό κτίσμα, το "Κιβώριο", από ασήμι και χρυσάφι. Από τον τάφο του Αγίου Δημητρίου και ειδικά από τη Λάρνακα -όπου είχε τοποθετηθεί το λείψανό του στο"Κιβώριο"-, "ανέβρυεν" το θαυματουργό "μύρο", για το οποίο υπάρχουν πολλές γραπτές μαρτυρίες. Προηγούμενα, στο χώρο της σημερινής "κρύπτης", που βρίσκεται κάτω από το τμήμα του ιερού, υπήρχε "αγίασμα" που επικοινωνούσε ισόπεδα με τη σημερινή οδό του Αγίου Νικολάου, ανατολικά του ναού.
  Ο ναός του Αγίου Δημητρίου μεταξύ των ετών 629-634, επί αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641), καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά. Αμέσως όμως ανοικοδομήθηκε με μερικές διαφοροποιήσεις, για να παραμείνει έτσι ως την πυρκαγιά του αιώνα μας (1917).
  Το 904, όταν η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε από τους Σαρακηνούς Αραβες, ο ναός λεηλατήθηκε άγρια και το ιερό "Κιβώριο" του Αγίου αρπάχθηκε σε κομμάτια από τους εισβολείς. Αλλη διαρπαγή του νέου πια "Κιβώριου" του τάφου του Αγίου Δημητρίου έγινε με την ίδια βαναυσότητα από τους Νορμανδούς 281 χρόνια αργότερα, όταν καταλήφθηκε από αυτούς η πόλη (1185).
  Το 13ο αιώνα, επί αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1261-1282), επισκευάσθηκε ο ναός και ανακαινίσθηκε η ξύλινη στέγη του. Την εποχή επίσης των Παλαιολόγων κτίστηκε και το μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου στην ανατολική πλευρά του ναού, που τοιχογραφήθηκε το 1303 από τον "πρωτομάστορα", μεγάλο σταυλάρχη, Μιχαήλ. Σύμφωνα μάλιστα με μία άποψη, οι τοιχογραφίες του ναϊδρίου αυτού, είναι έργα του μεγάλου Θεσσαλονικέα αγιογράφου Μανουήλ Πανσέληνου, του πιο γνωστού Έλληνα ζωγράφου των μεσαιωνικών χρόνων και κύριου εκπροσώπου της λεγόμενης "Μακεδονικής Σχολής" των Παλαιολόγων.
  Στην άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους το 1430, ο ναός του Αγίου Δημητρίου λεηλατήθηκε για μία ακόμη φορά, σε σημείο μάλιστα ώστε οι τοίχοι του να μείνουν γυμνοί, σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία του βυζαντινού ιστορικού Δούκα. Όμως για 60 περίπου χρόνια ο ναός έμεινε στα χέρια των χριστιανών. Τότε, το 1481, τοποθετήθηκε στο εσωτερικό του ναού, αμέσως μετά το νάρθηκα αριστερά, ο μαρμάρινος τάφος αναγεννησιακού τύπου του εύπορου Θεσσαλονικέα Λουκά Σπαντούνη, που φαίνεται πως διέθεσε αρκετά χρήματα για την επισκευή και συντήρηση του ναού.
  Το 1490 (ή το 1491), επί σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), ο ναός του Αγίου Δημητρίου μετατράπηκε από τους τούρκους σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί), με το όνομα "Κασημιέ Τζαμί", για να μείνει έτσι ως την απελευθέρωση της πόλης το 1912.
  Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, το 1907, σε μία επισκευή του μνημείου αποκαλύφθηκαν τα περίφημα ψηφιδωτά του που κοσμούσαν κατά τη βυζαντινή περίοδο το εσωτερικό του κτιρίου. Τα περισσότερα από τα ψηφιδωτά αυτά αναφέρονταν στον Αγιο Δημήτριο και διακρίνονταν για τη λιτή αλλά και γλαφυρή -σε τρόπο έκφρασης- τεχνική τους. Μερικά από τα ψηφιδωτά καταστράφηκαν στη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, από την οποία το μνημείο σχεδόν αφανίστηκε. Χάρη όμως στα στοιχεία που υπήρχαν, ο ναός του Αγίου Δημητρίου αναστηλώθηκε "εκ βάθρων", για να δοθεί και πάλι στους πιστούς το 1949, στις 26 Οκτωβρίου, την ημέρα της γιορτής του προστάτη της Θεσσαλονίκης, Αγίου Δημητρίου.
  Σε ειδική Λάρνακα φυλάγονται σήμερα στο ναό τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου, που μεταφέρθηκαν πρόσφατα στην πόλη από το αββαείο της πολίχνης S. Lorenzo in Campo της Ιταλίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες, τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου μεταφέρθηκαν από τη Θεσσαλονίκη κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, από χριστιανούς μοναχούς στι μικρή αυτή πόλη της Ιταλίας, για να ταφούν κάτω από το ιερό βήμα του ναού του S. Lorenzo.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Το κείμενο παρατίθεται τον Αύγουστο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


The basilica of Ayios Demetrios

Αγίων Αποστόλων

  Ο ναός των Αγίων (ή Δώδεκα) Αποστόλων βρίσκεται νότια της οδού Αγίου Δημητρίου, σχεδόν σε επαφή με τα Δυτικά Τείχη, όπου υπήρχε η αρχαία Ληταία Πύλη.
  Είναι και ο ναός αυτός -όπως η Αγία Αικατερίνη- σταυροειδής τρουλωτός ναός της λεγόμενης "Μακεδονικής Σχολής", μία και ο υψηλός κεντρικός του τρούλος εδράζεται στο τετράγωνο που σχηματίζουν τέσσερις καμάρες σε σχήμα σταυρού. Όπως στην Αγία Αικατερίνη, έτσι και στο ναό των Αγίων Αποστόλων, στις τρεις άλλες πλευρές του, εκτός του ιερού, δημιουργείται ένα χαμηλωμένο κλίτος, στις τέσσερις γωνίες του οποίου ανυψώνονται ισάριθμοι τρούλοι μικρότεροι σε ύψος από αυτόν του κέντρου. Οι απολήξεις, -βόρεια και νότια- του πλάγιου κλίτους καταλήγουν σε μικρά παρεκκλήσια, ενώ δεξιά και αριστερά του ιερού δημιουργούνται δύο μικρότερες κόγχες που χρησιμεύουν αντίστοιχα για πρόθεση και διακονικό. Στη δυτική όψη, εκτός από την είσοδο, σχηματίζονται 6 συνολικά ανοίγματα, τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους από 4 μαρμάρινους κίονες με γλυπτά κιονόκρανα, πάνω στα οποία καταλήγουν και εδράζονται ημικυκλικά τόξα.   Το μνημείο, πέρα από την ιδιαίτερη αισθητική μορφολογία που συνθέτουν οι όγκοι του και τα επιμέρους αρχιτεκτονικά του στοιχεία, διακρίνεται για την πολύ ενδιαφέρουσα και περίτεχνη τοιχοποιία του (πλινθοπερίκλειστος). Προπαντώς στο ανατολικό τμήμα (ιερό) σχηματίζονται υπέροχα διακοσμητικά σχήματα, μαίανδροι και οδοντωτές ταινίες, που αποδεικνύουν οικοδομική τέχνη πολύ υψηλού επιπέδου.
  Δύο άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία που σώζονται στον γύρω από το ναό χώρο, το τμήμα ενός πρόπυλου και τμήμα της ανατολικής όψης κτίσματος νότια του ναού, καθώς και μία κτιστή υδατοδεξαμενή ("κινστέρνα") βορειοδυτικά, πείθουν πως ο ναός των Αγίων Αποστόλων υπήρξε καθολικό μοναστηριού. Η χωρητικότητα μάλιστα της της υδατοδεξαμενής (750 περίπου κυβικά μέτρα νερού) μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως το μοναστήρι αυτό στα χρόνια της ακμής του θα ήταν ασφαλώς πολυάνθρωπο.
  Στο εσωτερικό του ναού υπάρχουν αξιόλογες τοιχογραφίες και ψηφιδωτά άριστης τέχνης της εποχής των Παλαιολόγων (14ος αιώνας) που αποκαλύφθηκαν μόλις το 1940 κατά τη διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών. Και εδώ οι τοίχοι έχουν επιχριστεί με κονίαμα κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, όταν ο ναός μετατράπηκε από τους τούρκους σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί) με το όνομα "Σοούκ-Σου τζαμί".
  Το πότε κτίστηκε ο ναός των Αγίων Αποστόλων προκύπτει από μονόγραμμα του Πατριάρχη Νίφωνα, που υπάρχει χαραγμένο στα επιστύλια των δύο κιόνων της αψίδας του νάρθηκα και από επιγραφή χαραγμένη στο ανώφλι της νότιας εισόδου του ναού (μεταξύ 1312 και 1315).

Το κείμενο παρατίθεται τον Ιανουάριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Αγία Σοφία

  Ο ναός της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης βρίσκεται νότια της οδού Εγνατία προς τη θάλασσα, σε μικρή απόσταση από το ναό της Αχειροποιήτου.
   Αυτός, μαζί με τους ναούς της Θεσσαλονίκης Αγιο Δημήτριο και Αχειροποίητο αποτελούν τα πιο σημαντικά παλαιοχριστιανικά μνημεία της Ελλάδας και ολόκληρης της Ορθοδοξίας. Ο ρυθμός του κτίσματος μπορεί να ονομασθεί: "βασιλική με τρούλο". Ειδικότερα, είναι κτίσμα μεταβατικού τύπου από "βασιλική με τρούλο" σε "τρουλωτό σταυρόσχημο" ναό.
  Η Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης κτίστηκε προς τιμή του Χριστού, όπως η Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, με την οποία έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Η ανέγερση του ναού έγινε μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας του 325, όπου ο Χριστός αναγνωρίσθηκε σαν ο "Λόγος και η Σοφία" του Θεού. Γύρω πάντως από τη χρονολογία ανέγερσης του ναού δημιουργήθηκε μεγάλο θέμα. Πολλοί υποστήριξαν πως ο ναός κτίστηκε την ίδια χρονική περίοδο με αυτόν της Κωνσταντινούπολης από τον Ιουστινιανό (527-565) με σχέδια μάλιστα του αρχιτέκτονα Ανθέμιου. Αλλοι πάλι, προσπάθησαν να χρονολογήσουν την ημερομηνία ανέγερσής του με βάση τα αρχιτεκτονικά-μορφολογικά του στοιχεία, τα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ή τα υπέροχα ψηφιδωτά του εσωτερικού του χώρου. Πάντως, η επικρατέστερη άποψη είναι πως η Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης κτίστηκε πάνω μάλιστα σε θεμέλια προϋπάρχουσας "βασιλικής" στα χρόνια της Εικονομαχίας, ίσως στο τελευταίο τέταρτο του 8ου αιώνα.
  Εσωτερικά, ο ναός χωρίζεται σε 3 κλίτη από εναλασσόμενους κίονες και πεσσούς, ενώ σε συνέχεια των πλάγιων κλιτών διαμορφώνεται κάθετα ο νάρθηκας, για να σχηματιστεί έτσι ένα κτίριο σχεδόν τετράγωνης βάσης. Στη μέση του κεντρικού κλίτους εδράζεται πάνω σε 4 καμάρες ο τρούλος του ναού, του οποίου η βάση δεν είναι κύκλος αλλά ουσιαστικά πρόκειται για τετράγωνο με στρογγυλεμένες τις γωνίες. Τόσο το γεγονός αυτό όσο και άλλες κατασκευαστικές ατέλειες που παρατηρούνται στη σύνθεση και ανάπτυξη των όγκων και επιφανειών του ναού, πείθουν ότι το κτίριο κτίστηκε σε μία περίοδο μεταβατική, όπου ακόμα ερευνούνταν η εφαρμογή του "σταυροειδούς ναού με τρούλο", ρυθμού μεταγενέστερου στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική.
  Στο τύμπανο της βάσης του τρούλου, που εξωτερικά γίνεται τετράγωνο, υπάρχουν 12 παράθυρα, πάνω στα οποία -και σε όλη την εσωτερική επιφάνεια του τρούλου, αναπτύσσεται μία υπέροχη ψηφιδωτή παράσταση της Ανάληψης του Χριστού.
  Ένα επίσης θαυμάσιο ψηφιδωτό υπάρχει στην αψίδα του ιερού, που παριστάνει την Παναγία καθισμένη σε θρόνο να κρατά στα χέρια της το Χριστό, που ευλογεί με το δεξί του χέρι. Μάλιστα η παράσταση του Χριστού είναι μεταγενέστερη από όλο το ψηφιδωτό και φαίνεται πως στη θέση του Χριστού υπήρχε στα χέρια της Παναγίας Σταυρός, που αντικαταστάθηκε με το Χριστό, όταν σταμάτησε η περίοδος της Εικονομαχίας στο Βυζάντιο.
  Ο ναός της Αγίας Σοφίας υπήρξε μητροπολιτικός ναός της Θεσσαλονίκης από την Φραγκοκρατία τουλάχιστον (1204) ως την εποχή που μετατράπηκε -μετά την άλωση- σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί), με το όνομα "Αγιά-Σοφιά τζαμί", για να παραμείνει έτσι ως την απελευθέρωση της πόλης (1912).
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Το κείμενο παρατίθεται τον Αύγουστο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Μητροπολιτικός ναός Αγίας Σοφίας

Αχειροποίητος

  Ο ναός της Αχειροποιήτου βρίσκεται στο κέντρο της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, μεταξύ της Αρχαίας Αγοράς και της Ροτόντας, παράπλευρα και βόρεια της οδού Εγνατία.
  Είναι ξυλόστεγη, τρίκλιτη βασιλική "ελληνιστικού" τύπου και αποτελεί, μαζί με τους ναούς της Θεσσαλονίκης Αγιο Δημήτριο και Αγία Σοφία χαρακτηριστικό δείγμα της παλιοχριστιανικής ναοδομίας.
  Εξωτερικά το κτίσμα είναι λιτό και απέριττο, με τους όγκους του συμμετρικά τοποθετημένους προς τον κατά την έννοια του μήκους άξονα. Το μεσαίο κλίτος, διαστάσεων 37μ. (μήκος) και 15,5μ. (πλάτος), υψώνεται πιο πάνω από τα δύο πλάγια και δίνει έτσι τη δυνατότητα να φωτιστεί το εσωτερικό του ναού και τα υπερώα, με τα "τρίλοβα" ή "πολύλοβα" παράθυρα που δημιουργούνται στους περιμετρικούς τοίχους. Ο καλός αυτός εσωτερικός φωτισμός είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των εκκλησιαστικών κτισμάτων της περιόδου του 4ου και 5ου αιώνα (πρωτοχριστιανική εποχή), κατά την οποία κυριάρχησε στην αυτοκρατορία ο Χριστιανισμός, σαν επίσημη θρησκεία και ιδεολογία.   Αρχικά ο ναός είχε, προς τη δυτική πλευρά, εξωνάρθηκα από τον οποίο μόνο ίχνη σώζονται σήμερα. Ακόμα θεωρείται βέβαιο πως μπροστά από τον εξωνάρθηκα, στο χώρο του σημερινού πάρκου των Μακεδονομάχων, υπήρχε μία τετράγωνη αυλή με "περιστύλιο" (αίθριο), όπως στο ναό του Αγίου Δημητρίου.
  Εσωτερικά ο νάρθηκας, που διαμορφώνεται κάθετα προς τα τρία κλίτη, επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με τρεις θύρες, από τις οποίες η μεσαία είναι "τρίβηλος" (τριπλή) και έκλεινε παλιά με κουρτίνες ("βήλα"), όπως συχνά απεικονίζεται σε βυζαντινές παραστάσεις. Τα δύο πλάγια κλίτη διαχωρίζονται από το κεντρικό με δύο μαρμάρινες κιονοστοιχείες με "κορινθιάζοντα" κιονόκρανα φύλλων ακάνθου. Πάνω από τις κιονοστοιχίες του ισογείου, στα υπερώα, υπάρχουν άλλες αντίστοιχες κιονοστοιχίες, έτσι ώστε ο όλος χώρος εσωτερικά να γίνεται περισσότερο ανάλαφρος, ενώ συμβάλλει σε αυτό και ο άπλετος φωτισμός που προέρχεται από πλάγια παράθυρα του μνημείου.
  Στο μέσο της νότιας πλευράς (εξωτερικά) υπάρχει ένα μικρό παρεκκλήσι-βαπτιστήριο. Αλλο ένα παρόμοιο υπάρχει στο τέλος του βόρειου κλίτους, παράπλευρα από την κόγχη του ιερού, που κυριαρχεί σαν αρχιτεκτονικό στοιχείο σε ολόκληρη την ανατολική όψη του κτίσματος.
  Το πότε κτίστηκε ο ναός δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια. Η άποψη που επικρατεί είναι ότι κτίστηκε αμέσως μετά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου του 431, οπότε καταδικάστηκε ο αιρετικός Νεστόριος που δίδασκε ότι η Παναγία δεν είναι "Θεοτόκος"αλλά απλά "Χριστοτόκος". Μετά την εξέλιξη αυτή κτίστηκαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία πολλοί ναοί προς τιμή της Θεοτόκου και -κατά πάσα πιθανότητα- και αυτός της Αχειροποιήτου Θεσσαλονίκης με την ονομασία: "Ναός της Παρθένου και Θεοτόκου της Αχειροποιήτου και Οδηγητρίας". Κατά την παράδοση το όνομα "Αχειροποίητος" δόθηκε στο ναό από μία εικόνα της Θεοτόκου που δεν πλάστηκε από ανθρώπινα χέρια (α-χειροποίητος), αλλά έπεσε από τον ουρανό. Μάλιστα υποστηρίχθηκε από τους βυζαντινούς συγγραφείς ότι η εικόνα αυτή ήταν ισάξια με τις περίφημες "αχειροποίητες" εικόνες του "Αγίου Μανδηλίου" και του "Αγίου Κεραμίου".
  Όταν ο Τούρκος Σουλτάνος Μουράτ Β΄ κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, για να διαιωνίσει την ιστορική εκείνη μέρα της άλωσης της πόλης, διέταξε και χάραξαν σε μία μαρμάρινη κολώνα της βόρειας κιονοστοιχίας του ναού τη φράση που σώζεται μέχρι και σήμερα: "Ο Σουλτάνος Μουράτ πήρε τη Θεσσαλονίκη το 833 (=1430)".
  Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας επικράτησε σαν ανάμνηση -άγνωστο από πότε- να λέγεται ο ναός της Αχειροποιήτου ναός της Αγίας Παρασκευής. Όταν μάλιστα μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί) από τους Τούρκους, ονομάστηκε "Εσκή Τζουμά", που τουρκικά σημαίνει "Παλιά Παρασκευή". Κατά την άποψη που επικρατεί, το όνομα "Αγία Παρασκευή" δόθηκε περισσότερο στην περιοχή όπου πιστεύεται πως υπήρχε άλλος ναός με το όνομα αυτό, παρά στο ίδιο μνημείο.
  Μετά την απελευθέρωση της πόλης χρειάστηκαν να γίνουν πολλές επισκευές και συντηρήσεις για να δοθεί και πάλι ο ναός σε χρήση το 1930.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Το κείμενο παρατίθεται τον Αύγουστο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


The church of the Acheiropoietos

Αγιος Νικόλαος Ορφανός

  Ο ναϊσκος του Αγίου Νικολάου Ορφανού βρίσκεται στο τέρμα της οδού Αποστόλου Παύλου και ανατολικά της οδού Ηροδότου, στα νότια της πλατείας Καλλιθέας της Ανω Πόλης Θεσσαλονίκης.
  Αποτελείται από ένα κεντρικό υπερυψωμένο τμήμα και από μια στεγασμένη και κλειστή στοά σε σχήμα "Π", που τον περιβάλλει από τις τρεις πλευρές του (νότια, δυτική, βόρεια). Το κεντρικό τμήμα που είναι και το παλιότερο, στεγάζεται με ξύλινη σαμαρωτή στέγη, ενώ τα πλάγια μέρη της στοάς στεγάζονται με μονοκλινή στέγη. Η επικοινωνία του κεντρικού τμήματος με τη στοά που το περιβάλλει γίνεται με δύο "δίλοβα" ανοίγματα (νότος, βορράς) και μία θύρα (δύση). Οι μαρμάρινες κολώνες που υποβαστάζουν τα "δίλοβα" ανοίγματα έχουν ενδιαφέροντα "Θεοδοσιανά" παλαιοχριστιανικά κιονόκρανα με διπλές σειρές φύλλων ακάνθου, ενώ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το μαρμάρινο τέμπλο του κεντρικού τμήματος που σώζεται. Δεξιά και αριστερά του τέμπλου στο ανατολικό τέρμα των αντίστοιχων "στοών" εσωτερικά, δημιουργούνται δύο μικρά παρεκκλήσια, από τα οποία το ένα (βόρειο) συγκοινωνεί, με θύρα, με το ιερό και χρησιμοποιείται ως "πρόθεση".
  Εσωτερικά, όλες οι πλευρές του κεντρικού τμήματος είναι καλυμμένες με αγιογραφίες άριστης τέχνης που ανάγονται χρονικά στο 14ο αιώνα. Οι αγιογραφίες αυτές έχουν συνθετική δύναμη, χρωματικό πλούτο και ενδιαφέρουσα θεματολογία. Ακόμα αποτελούν ένα έργο συνολικά μοναδικό, καθώς οργανώνονται με τρόπο αξιοθαύμαστο στο διαθέσιμο χώρο και στις επιφάνειες των τοίχων. Η τοιχογράφηση γίνεται βασικά με μία αρχή δημιουργίας ζωνών. Στην κάτω ζώνη εικονίζονται ολόσωμοι άγιοι, πιο πάνω μπούστα αγίων και μετά από αυτά αναπτύσσονται ολόκληρες παραστάσεις από το Δωδεκάορτο, τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού. Αλλες τοιχογραφίες που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι εικόνες από το βίο του Αγίου Γερασίμου, παραστάσεις της Παναγίας, θαύματα Αγίων, ο Ακάθιστος Ύμνος, ο βίος του Αγίου Νικολάου και σκηνές από το Μηνολόγιο. Κάτοψη του ναού του Αγίου Νικολάου Ορφανού Θεσσαλονίκης. Διακρίνεται ο κεντρικός πυρήνας και η περιμετρική κλειστή στοά.
  Η τοιχοδομία του μνημείου επίσης παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς μάλιστα είναι φανερή μία ουσιαστική διαφοροποίηση στα υλικά δόμησης του κεντρικού τμήματος και της κεντρικής στοάς. Στην πρώτη περίπτωση η δόμηση γίνεται με σειρές πλίνθων και διακοσμητικά σύνολα. Αντίθετα η στοά που είναι νεότερη, έχει πιο απλό τρόπο κτισίματος. Πάντως, γενικά εμφανίζονται στο κτίσμα πολλά κοινά χαρακτηριστικά και ομοιότητες -κύρια σε ότι αφορά τη δόμηση- με το καθολικό της Μονής των Βλατάδων, το ναό των Ταξιαρχών και τον ναό των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης. Είναι σχεδόν βέβαιο πως και ο ναϊσκος του Αγίου Νικολάου Ορφανού είναι κτίσμα του πρώτου μισού του 14ου αιώνα. Δυτική όψη του ναού του Αγίου Νικολάου Ορφανού Θεσσαλονίκης.
  Ο Αγιος Νικόλαος Ορφανός, που υπήρξε μετόχι της Μονής Βλατάδων, κατά την παράδοση ήταν ναός ενός μικρού μοναστηριού, που διατηρούσε στον ίδιο χώρο και ορφανοτροφείο. Για το λόγο αυτό μάλιστα ονομάσθηκε και "Αγιος Νικόλαος των Ορφανών". Η άποψη όμως που επικρατεί είναι ότι το όνομά του το πήρε από το όνομα του κτήτορά του "Ορφανού". Στον αύλειο χώρο του μνημείου και σε επαφή με τη σημερινή οδό Ηροδότου, που φαίνεται πως υπηρχε από παλιά, σώζονται ίχνη του "πρόπυλου" της μικρής μονής, από όπου γινόταν, όπως και τώρα, η προσπέλαση στο ναό.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Το κείμενο παρατίθεται τον Αύγουστο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Ayios Nikolaos Orphanos

Ναός Προφήτη Ηλία

Τηλέφωνο: +30 2310 273790
   Καθολικό μονής του 14ου αιώνα. Αρχικά ταυτίστηκε με το καθολικό της Νέας Μονής. Νεότερες έρευνες υποστηρίζουν την ταύτιση με τη Μονή Ακαπνίου, την αφιερωμένη στον Χριστό. Μετά το 1430 ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί. Σήμερα το μνημείο λειτουργεί ως ναός.
   Πρόκειται για κτίσμα μοναστηριακού τύπου. Ο κυρίως ναός, τρουλοσκέπαστος, στην κάτοψη έχει σχήμα τρίκογχου. Δεξιά και αριστερά της ανατολικής κόγχης προσαρτώνται δύο περίκεντρα τρουλοσκέπαστα κτίσματα. Στα δυτικά του κυρίως ναού προσαρτάται ο ευρύχωρος νάρθηκας, που περιβάλλεται από τις τρεις ελεύθερες πλευρές του με περίστωο. Στην ανατολική απόληξη της βόρειας και νότιας στοάς του περίστωου σχηματίζονται δύο τρουλοσκέπαστα παρεκκλήσια. Από την τοιχογράφηση σώζονται λείψανα μόνο, κυρίως στο νάρθηκα.
   Κατά την Τουρκοκρατία το μνημείο αντιστηρίχτηκε με τεράστιες αντηρίδες λόγω των σοβαρών στατικών προβλημάτων του. Η σημερινή μορφή του είναι αποτέλεσμα εκτεταμένης αναστήλωσης που ολοκληρώθηκε το 1961.
   Στα χρόνια 1987 - 1991 έγιναν ανασκαφικές έρευνες στον περιβάλλοντα χώρο του μνημείου.

Προφήτης Ηλίας

  Ο ναός του Προφήτη Ηλία βρίσκεται στη βορειοδυτική περιοχή της Ανω Πόλης Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οδών Αγίου Δημητρίου και Αθηνάς (Ολυμπιάδας), πίσω από το Διοικητήριο.
  Έχει σχήμα σταυροειδούς τρουλωτού ναού "μετά λιτής" κατά το πρότυπο των μοναστηριακών "καθολικών" του Αγίου Όρους. Ο κεντρικός τρούλος στηρίζεται, όπως σε όλους τους ναούς αυτού του τύπου, σε τέσσερις καμάρες που σχηματίζουν σταυρό. Πέρα από την αψίδα του ιερού, ανάλογες αψίδες δημιουργούνται και στη βόρεια και νότια πλευρά -είναι οι λεγόμενοι "χοροί"- έτσι ώστε η κάτοψή του να μοιάζει με τριφύλλι ("τριφυλλοειδής, τρίκογχος ναός").
  Στο δυτικό μέρος, προ του κυρίως ναού, υπάρχει τετράγωνος "τετρακιόνιος" νάρθηκας ("λιτή"), ο οποίος εκτός του ότι επικοινωνεί με τρία ανοίγματα με το ναό, συνδέεται με κτιστή κλίμακα με "υπερώο", που καλύπτει το νάρθηκα και χρησιμοποιούνταν -πιθανότατα- ως σκευοφυλάκιο ή και βιβλιοθήκη.
  Με τα μοναστηριακά χαρακτηριστικά του ναού του Προφήτη Ηλία (ύπαρξη "λιτής", "χορών" για τους ψάλτες και υπερώο), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν καθολικό Μονής που κτίστηκε μετά το 1293, οπότε για πρώτη φορά στο Μακεδονικό χώρο εφαρμόσθηκε η "λιτή" στη Μονή Χελανδαρίου του Αγίου Όρους. Σύμφωνα μάλιστα με την άποψη που επικρατεί, ο ναός του Προφήτη Ηλία υπήρξε καθολικό της ονομαζομένης "Νέας Μονής", που έκτισε ο Μακάριος Χούμνος κατά το 1360 πάνω σε ερείπια των παλιών βυζαντινών ανακτόρων.  Πολλά στοιχεία συνηγορούν στο ότι ο ναός του Προφήτη Ηλία κτίστηκε πάνω σε ερείπια των βυζαντινών ανακτόρων της Θεσσαλονίκης. Από αρχαιολογικές ανασκαφικές έρευνες μικρής κλίμακας που έγιναν γύρω από το ναό, διαπιστώθηκε πως είναι θεμελιωμένος κατά ένα μεγάλο μέρος σε βράχο και κατά το άλλο σε ερείπια παλιών κτισμάτων, πολλά μαρμάρινα στοιχεία των οποίων υπάρχουν και ακόμα σήμερα στη γύρω περιοχή. Η θεμελίωση αυτή του ναού πάνω σε ανομοιογενή βάση ήταν η αιτία των πολλών ζημιών και ρηγματώσεων που έπαθε με την πάροδο των χρόνων, γεγονός που ανάγκασε να ληφθούν μέτρα για την προστασία του κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, με την κατασκευή τεράστιων λίθινων αντηρίδων, που κατεδαφίσθηκαν μετά τη ριζική αναστήλωση του μνημείου.
  Τα Βυζαντινά Ανάκτορα ("βασίλεια") της Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, καταστράφηκαν στη μεγάλη λαϊκή εξέγερση των "Ζηλωτών" κατά του "Πρωτοστάτορα" (διοικητή) της Θεσσαλονίκης Θεόδωρου Συναδινού και των πλούσιων αρχόντων της πόλης, το θέρος του 1342. Η ανάμνηση του "παλατιού" έμεινε όμως στη λαϊκή παράδοση. Έτσι, όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη (1430), ονόμασαν τη συνοικία του ναού του Προφήτη Ηλία "Μπαλαάτ", που ίσως είναι η ελληνική λέξη "παλάτι", παρεφθαρμένη. Όταν μάλιστα μετέτρεψαν το ναό σε μουσουλμανικό τέμενος ("τζαμί"), το ονόμασαν "Εσκή-Σεράι τζαμί" (=τζαμί των Παλιών Ανακτόρων) και "Σαραλή τζαμί". Αλλωστε και οι Τούρκοι κοντά στον ίδιο χώρο έκτισαν και το ανάκτορο του Τούρκου διοικητή της πόλης, το "Κονάκι". Αλλά και το μεταγενέστερο Διοικητήριο, που κτίσθηκε το 1891, πάλι την ίδια περιοχή τοποθετήθηκε, για να είναι σύμφωνο με την παράδοση που θέλει "επίσημο" το χώρο της περιοχής του ναού του Προφήτη Ηλία. Νοτιοδυτική όψη του ναού του Προφήτη Ηλία Θεσσαλονίκης.
  Ο ναός, πέρα από την ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική του μορφολογία και την περίτεχνη τοιχοποιϊα του με επάλληλα τόξα και διακοσμητικές ταινίες, έχει ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες στο νάρθηκα, που όμως υπέστησαν σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Το κείμενο παρατίθεται τον Αύγουστο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Prophitis Elias

Αγιος Παντελεήμων

Παρεκκλήσι Αγίου Ευθυμίου

  A small chapel in the form of a timber-roofed, triple-aisled basilica dedicated to Saint Euthymios was erected in the 11th century near the south-eastern corner of the basilica of Ayios Demetrios.
  The interior was decorated with wall-paintings in 1303 at the expense of the nobleman Michael Glavas Tarchaniotis and his wife Maria. Michael Tarchaniotis was 'protostrator' (general commander) of the Byzantine army in the reign of Andronikos II Palaeologos, and founder of the important Pammakaristos Monastery in Constantinople, which accommodated the Patriarchate for a time in the 16th century.
  It is clear that Michael was a man of some consequence, as was the eminent painter who undertook the decoration of Ayios Euthymios. The artist produced one of the most significant works executed during the Palaeologan renaissance; in many respects it resembles the paintings in the Protaton church on Mount Athos.

By kind permission of:Ekdotike Athenon
This text is cited Nov 2003 from the Macedonian Heritage URL below, which contains image.


Εκκλησία Αγίου Αθανασίου

  Ο ναός του Αγίου Αθανασίου βρίσκεται βόρεια και παράπλευρα της οδού Εγνατίας και νοτιοανατολικά του ναού της Αχειροποιήτου.
  Ο ξυλόστεγος αυτός ναός είναι νεότερο κτίσμα, που κατασκευάστηκε το 1818 πάνω στα θεμέλια, πιθανά παλιότερου κτίσματος. Μάλιστα στη Μονή Αγίας Λαύρας του Αγίου Όρους υπάρχει χρυσόβουλο του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου του έτους 1329, στο οποίο γίνεται λόγος για το μετόχιον του Αγίου Αθανασίου Θεσσαλονίκης, χωρίς να είναι όμως βέβαιο πως πρόκειται για ναό που προϋπήρχε του σημερινού στον ίδιο χώρο. Πάντως, μέχρι το 1880 σώζονταν στην αυλή του ναού ερείπια αρχαίου κτίσματος, που πιθανά να ανήκουν σε προγενέστερο ναό.
  Ο αρχαίος ναός του Αγίου Αθανασίου το 1569, με συνοδική πράξη του που υπογράφει ο τότε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωάσαφ Αργυρόπουλος, αφιερώνεται με ολόκληρη την ακίνητη περιουσία του στη Μονή Βλατάδων. Σχετικά έγγραφα υπάρχουν στα αρχεία της Μονής. Το γεγονός αυτό δημιούργησε μία σειρά αντιδικιών της Μονής Βλατάδων και της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, που κράτησε αιώνες και στην οποία αναμείχτηκε και ο Πατριάρχης Γαβριήλ, χωρίς όμως να βρεθεί λύση.
  Ο ναός συντηρήθηκε και επισκευάσθηκε την τελευταία χρονική περίοδο και σήμερα αποτελεί ενοριακό ναό της περιοχής.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Αγία Αικατερίνη

  Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της Ανω Πόλης Θεσσαλονίκης, βόρεια της οδού Αγίου Δημητρίου, κοντά στα Βυζαντινά Τείχη. Είναι κτίσμα χαρακτηριστικό της λεγόμενης "Μακεδονικής Σχολής", καθώς διαμορφώνεται με τέσσερις καμάρες εγγεγραμμένου σε τετράγωνο σταυρό, πάνω στις οποίες στηρίζεται ο κεντρικός τρούλος. Γύρω από το τετράγωνο αυτό της βάσης του τρούλου αναπτύσσεται προς τρεις κατευθύνσεις (νότος, δύση, βορράς) ένα χαμηλωμένο κλίτος που δίνει μεγαλύτερη ευρυχωρία στο ναό και προσθέτει κομψότητα και μορφολογικό ενδιαφέρον, καθώς στις τέσσερις γωνίες του κλίτους ανυψώνονται ισάριθμοι τρούλοι, πιο χαμηλοί από τον κεντρικό που κυριαρχεί.
  Από πλευράς διάταξης των χώρων και μορφολογίας, ο ναός της Αγίας Αικατερίνης έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον ναό των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης, παρόλο που έχουν κάποια χρονική διαφορά στην ανέγερσή τους (τέλη 13ου αιώνα η Αγία Αικατερίνη, αρχές 14ου αιώνα οι Αγιοι Απόστολοι). Η ομοιότητα μάλιστα αυτή είναι πολύ φανερή και στα δομικά -γενικά- στοιχεία καθώς και στον τρόπο κτισίματος των τοίχων. Πάντως η ύπαρξη των μνημείων αυτών με τα κοινά χαρακτηριστικά αποδεικνύει ότι στη Θεσσαλονίκη από τον 11ο και ως τον 14ο αιώνα, είχε δημιουργηθεί μία σημαντική εμπειρία στην ανέγερση των ναών, που κληροδοτήθηκε -προσαρμοσμένη στα τότε δεδομένα- και στους Έλληνες οικοδόμους κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.
  Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ναού είναι οι περίτεχνες τοιχοποιίες εξωτερικά, που εκμεταλλεύονται αισθητικά κάθε αρχιτεκτονικό-μορφολογικό στοιχείο αναδεικνύοντάς το. Το ίδιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι τοιχογραφίες του εσωτερικού του, που είχαν σοβατιστεί από τους Τούρκους όταν μετέτρεψαν το ναό σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί) με το όνομα "Γιακούπ-πασά τζαμί". Οι τοιχογραφίες αυτές που είναι σύγχρονες με το ναό, παριστάνουν μορφές Αγίων, σκηνές από το Ευαγγέλιο, θαύματα του Χριστού κ.ά.
  Οι τοιχογραφίες του ναού της Αγίας Αικατερίνης μαζί με αυτές των άλλων ναών της πόλης (Προφήτης Ηλίας, Αγιοι Απόστολοι, Αγιος Νικόλαος Ορφανός, παρεκκλήσι Αγίου Ευθυμίου στον Αγιο Δημήτριο, ναϊδριο του Σωτήρα κ.λπ.), πείθουν πως η Θεσσαλονίκη ήταν κέντρο της βυζαντινής αγιογραφίας, από όπου μάλιστα μεταδόθηκε η τέχνη αυτή σε όλες τις περιοχές της Βαλκανικής. Σε αυτό συνετέλεσε σημαντικά ασφαλώς το γειτνίασμα της Θεσσαλονίκης με το Αγιο Ορος και οι σχέσεις και οι επαφές της πόλης με την Αθωνική πολιτεία.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ταξιάρχες

  Ο ναός των Ταξιαρχών βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ανω Πόλης Θεσσαλονίκης, νότια της οδού Ακροπόλεως.   Μεταγενέστερες και νεότερες κατασκευές και προσθήκες στο μνημείο έχουν διαφοροποιήσει σε μεγάλο βαθμό το κτίσμα και είναι δύσκολο σήμερα να προσδιορισθεί η αρχική του μορφή. Έτσι, ενώ δίνει την εντύπωση "τρίκλιτης" ξυλόστεγης βασιλικής, θα πρέπει να ήταν αρχικά "μονόκλιτος" ναός με στοά σε σχήμα "Π" κατά τις τρεις διευθύνσεις (νότος, δύση, βορράς). Στη νότια πλευρά, όπου άλλοτε υπήρχε ανοικτή στεγασμένη στοά προστέθηκε μεταγενέστερα ένα νέο "κλίτος", με σκοπό να διευρυνθεί ο εσωτερικός χώρος του ναού. Ίχνη στήριξης των θωρακίων ή των κιγκλιδωμάτων της αρχικής στοάς είναι ορατά και σήμερα στις τρεις μαρμάρινες κολώνες της νότιας πλευράς. Παρόμοια επέμβαση έγινε και στη δυτική πλευρά -όπου και η είσοδος- με την προσθήκη κλειστού νάρθηκα. Κι εδώ πιθανολογείται πως εκτός από την εξωτερική σκάλα που οδηγούσε με δύο σκέλη στο ναό, υπήρχε ανοικτή στεγασμένη στοά.
  Το ανατολικό τμήμα του ναού καταλήγει σε πεντάπλευρη εξωτερικά αψίδα δεξιά και αριστερά της οποίας υπάρχουν δύο τετράγωνα μικρά διαμερίσματα στεγασμένα με ημισφαιρική οροφή, όπου διαμορφώνονται η "πρόθεση" (με κόγχη, βόρεια) και το "διακονικό" (χωρίς κόγχη, νότια). Έτσι, η εξωτερική ανατολική όψη δεν εμφανίζει τη γνωστή συμμετρία, χωρίς όμως αυτό να ζημιώνει την αισθητική σύνθεση του μνημείου.
  Κάτω από το δάπεδο του ναού, που είναι αρκετά υπερυψωμένο σε σχέση με το γύρω χώρο, διαμορφώνεται ισόγεια κρύπτη με διάταξη παρόμοια αυτής του ορόφου. Πιθανά ο χώρος αυτός με τις διάφορες εσοχές να χρησίμευε παλιά για οστεοφυλάκιο ή -ακόμα- και σαν χώρος ταφής.
  Εξωτερικά ο ναός των Ταξιαρχών, στα ορατά τμήματα της παλιάς τοιχοποιϊας του, παρουσιάζει τη γνωστή πλαστική διαμόρφωση των ναών της Θεσσαλονίκης του 14ου αιώνα (κτιστοί "κιονίσκοι", οδοντωτές ταινίες και διακοσμητικές πλινθόκτιστες ζώνες).
  Με βάση τα μορφολογικά του στοιχεία και χαρακτηριστικά, ο ναός των Ταξιαρχών προσδιορίζεται χρονικά σαν κτίσμα του 14ου αιώνα, περίοδος στην οποία η τέχνη της ναοδομίας γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στη Θεσσαλονίκη. Ακόμα, η ύπαρξη κρύπτης-οστεοφυλακίου δίνει βάσιμη ένδειξη ότι ο ναός των Ταξιαρχών ίσως ήταν "καθολικό" κάποιου άγνωστου μικρού μοναστηριού που άκμασε την ίδια χρονική περίοδο.
  Ποιο ήταν το όνομα του ναού κατά τη βυζαντινή περίοδο δεν είναι γνωστό. Κατά την παράδοση, με το ναό τιμούνταν οι δύο Αρχάγγελοι και Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ. Όταν μάλιστα οι Τούρκοι μετέτρεψαν το ναό σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί), έκτισαν παράπλευρα ένα μιναρέ με δύο εξώστες που -καθώς λέγεται- συμβόλιζαν τους δύο Αρχαγγέλους. Για το λόγο αυτό ονομάσθηκε και το "Τζαμί" "Ικί Σεριφέ τζαμί", δηλαδή τζαμί των δύο εξωστών.
  Στο εσωτερικό του ναού σώζονται ελάχιστες τοιχογραφίες: η Ανάληψη στο ανατολικό αέτωμα και η Πεντηκοστή στο αντίστοιχο δυτικό. Οι τοιχογραφίες αυτές χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα και θεωρούνται σύγχρονες με το ναό.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Αγιος Μηνάς

  Ο ναός του Αγίου Μηνά βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, κοντά στη θάλασσα και το λιμάνι, μέσα στον εμπορικό τομέα. Οι μαρτυρίες που υπάρχουν πείθουν πως στο χώρο του σημερινού μεταγενέστερου ναού προϋπήρχε τον 8ο αιώνα, άλλος επιβλητικός ναός, που καταστράφηκε τελείως από τις αλεπάλληλες πυρκαγιές που έπληξαν κατά καιρούς την περιοχή αυτή του εμπορικού τομέα της πόλης. Ο αρχαίος αυτός ναός που υπήρξε καθολικό μοναστηριού μνημονεύεται από ανώνυμο απογραφέα της Θεσσαλονίκης του 15ου αιώνα.
  Περιηγητές και ιστοριογράφοι αναφέρουν 5 τουλάχιστον πυρκαγιές που κατάστρεψαν το ναό του Αγίου Μηνά. Το 1770 καταστράφηκε ο ναός σχεδόν ολοκληρωτικά. Το ίδιο και το 1818, το 1839 και το 1890, όταν μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τόσο συχνές ήταν μάλιστα οι καταστροφές αυτού του μοναστηριού, ώστε οι Τούρκοι ονόμασαν την περιοχή του Αγίου Μηνά "Γιανήκ μοναστήρ μαχαλέ" (=γειτονιά του καμένου μοναστηριού).
  Από πληροφορίες που υπάρχουν, ο ναός του Αγίου Μηνά μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα είχε σχήμα "Τ" και περιβαλλόταν, κατά τις τρεις πλευρές του από εξωτερική στοά (πρόδρομο) με κιονοστοιχία. Ακόμη, είχε επιβλητικό τρούλο που ήταν ορατός και από τη θάλασσα.
  Είναι διαπιστωμένο πως ο ναός αυτός επισκευάσθηκε ριζικά το 1806 από το Θεσσαλονικέα μεγαλέμπορα Ιωάννη Καυταντζόγλου, που την ίδια περίπου περίοδο έδειξε ανάλογο ενδιαφέρον για την επισκευή του καθολικού της Μονής Βλατάδων. Η μεγάλη πυρκαγιά του 1890 κατέστρεωε τελείως το ναό του Αγίου Μηνά για να ανοικοδομηθεί λίγο αργότερα πάνω σε τελείως διαφορετικό σχέδιο. Από τον παλιό αρχαίο ναό σώζονται δύο κίονες και μερικά κομμάτια από τον παλιό μαρμάρινο γλυπτικό διάκοσμο, που όμως εντοιχίστηκαν στο νέο κτίριο. Πάνω από τη δυτική είσοδο του ναού υπάρχει μαρμάρινη επιγραφή (εξωτερικά), που αναφέρει μικρό ιστορικό για την ανέγερση του ναού μετά την πυρκαγιά του 1839.
Ο ναός, παρά το ότι είναι μεταγενέστερο κτίσμα, εμφανίζει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον (δυτική στοά, καμπαναριό). Περισσότερο όμως έχει σημασία -για τη φυσιογνωμία της πόλης, που χάνεται- ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο μέσα στο οποίο εμπίπτει και ο ναός, ως το τελευταίο τμήμα του παλιού πολεοδομικού ιστού της Θεσσαλονίκης.
  Στο ναό του Αγίου Μηνά, όταν απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη το 1912, έγινε η πρώτη λαμπρή δοξολογία για να τιμηθεί το γεγονός.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Υπαπαντή

  Ο ναός της Υπαπαντής βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, παράπλευρα και νότια της οδού Εγνατία και ανατολικά του μικρού ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα.
  Το κτίσμα είναι νεότερο και -παρόλο ότι το ίδιο δεν παρουσιάζει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον- έχει μεγάλη ιστορική σημασία, καθώς στον ίδιο χώρο εντοπίζεται η αναφερόμενη από τους ιστορικούς Μονή του κυρ Ιωήλ, που υπήρχε ως το 16ο αιώνα, αφού μνημονεύεται σε πατριαρχικά έγγραφα των ετών 1520, 1542 και 1546.
  Ο σημερινός ναός φαίνεται πως ανακαινίσθηκε ριζικά στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, μέχρις σημείου να διαφοροποιηθεί τελείως η μορφή του. Συμπερασματικά προκύπτει, εξετάζοντας το μικρό ναϊδριο του Σωτήρα, που ανήκε πιθανά στη Μονή, πως ο αρχικός ναός που υπήρχε στην ίδια ίσως θέση, θα ήταν μεγαλοπρεπής και μεγέθους αναλόγου προς τη μεγάλη έκταση της Μονής.
  Αναφορά στο σημερινό ναό της Υπαπαντής, γύρω από τον οποίο αναπτύσσονταν κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας οι κύριες ελληνικές συνοικίες, γίνεται σε συνοδικό έγγραφο του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Σαμουήλ του Χατζαρή (1763-1768) του έτους 1766, όπου ορίζεται ότι οι ναοί της πόλης, Αγιος Αθανάσιος, Παναγίας Λαγουδιανής, Αγιος Νικόλαος Ορφανός, Αγιος Υπάτιος (παλιά Παναγία Δεξιά) και Υπαπαντή, "δε μετέχουσι της σταυροπηγιακής αξίας των μονών" αλλά υπάγονται στο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Αγιος Αντώνιος

  Ο ναός του Αγίου Αντωνίου βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, στην γωνία των οδών Δ. Μαργαρίτη και Φιλικής Εταιρίας, πολύ κοντά στην πλατεία Ιπποδρομίου, που αποτελούσε, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας τον πυρήνα του Ελληνισμού της πόλης.
  Ο ναός του Αγίου Αντωνίου είναι μεταγενέστερο κτίσμα, χρονολογούμενο στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα "δίκλιτης" κεραμοσκέπαστης βασιλικής με στοά, που δυστυχώς όμως δεν σώζεται σήμερα. Ο μικρός ναός που συνοδευόταν και από μία σειρά κτισμάτων ήταν εξάρτημα του παλιού ναού του Αγίου Κωνσταντίνου που υπήρχε στη σημερινή πλατεία Ιπποδρομίου και κατεδαφίστηκε, για να κτισθεί στη θέση του νέος ναός. Η ανατολική πλευρά του ναού του Αγίου Αντωνίου στηριζόταν στα τείχη της περιοχής που κατεδαφίστηκαν λίγο αργότερα. Ακόμα υπάρχουν ενδείξεις πως παράπλευρα υπήρχε στον ίδιο χώρο κάποιο αρχαίο κτίσμα, πιθανότατα παρεκκλήσι, που χρησιμοποιούνταν σαν χώρος λατρείας.
  Ο Αγιος Αντώνιος λειτούργησε και στη Θεσσαλονίκη σαν ο προστάτης Αγιος των τρελών, όπως τον θέλει η χριστιανική παράδοση. Μάλιστα βρέθηκαν στο ναό σιδερένιοι χαλκάδες όπου δένονταν οι ασθενείς την ελπίδα ότι θεραπεύονταν με τη χάρη του Αγίου.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Νέα (ή Μεγάλη) Παναγία

  Ο ναός της Νέας (ή Μεγάλης) Παναγίας βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, νότια της οδού Τσιμισκή και σε μικρή απόσταση απο τη θάλασσα και το Λευκό Πύργο.
  Είναι κεραμοσκεπές μεταγενέστερο κτίσμα του 1827, όπως προκύπτει από μαρμάρινη επιγραφή πάνω από τη νότια είσοδο του ναού, και τιμάται στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου. Επειδή μάλιστα, η μνήμη της Κοίμησης θεωρείται σαν υπέρτερη της Γέννησης της Θεοτόκου, ο ναός αυτός πήρε και το όνομα Μεγάλη Παναγία, σε αντιδιαστολή με τη Μικρή Παναγία που είναι ο ναός της Παναγούδας (όπου γιορτάζεται η γέννηση της Θεοτόκου).
  Διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα δημιουργούν την άποψη πως στην περίοδο του ναού της Νέας Παναγίας υπήρχε κατά τη βυζαντινή περίοδο μοναστήρι (12ος αιώνας) προς τιμή της Θεοτόκου. Το 1873 βρέθηκε στην περιοχή επιγραφή που ανέφερε: ".......την μονήν ταύτην της Υπεραγίας Θεοτόκου μετά των μετοχίων αυτής.......Ιωάννου μοναχού ςωλγ" = 1325
  Τη μονή της Θεοτόκου μνημονεύει ο Γάλλος ιερέας και περιηγητής του 17ου αιώνα R. de Dreux, που επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη στα 1866. Η μονή αυτή πρέπει να καταστράφηκε από πυρκαγιά γύρω στα 1690.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Παναγιά Λαγουδιανή (Λαοδηγήτρια)

  Ο ναός της Παναγίας Λαγουδιανής (ή Λαγουδάτου) βρίσκεται στη βορειοανατολική περιοχή της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οδών Κασσάνδρου και Αθηνάς.
  Ο ναός, που υπήρξε κατά τη Βυζαντινή περίοδο "καθολικό" γυναικείου μοναστηριού, πήρε το όνομά του από τον κτήτορά του Λαγουδιάτο (ή Λαγουδάτο), που έζησε -κατά πάσα πιθανότητα- το 14ο αιώνα, λίγο αργότερα ίσως από την εποχή που οι μοναχοί Βλατάδες ίδρυσαν την ομόνυμη Μονή Βλατάδων, της οποίας η Παναγία Λαγουδιανή υπήρξε "μετόχι".
  Η παράδοση όμως θέλει την Παναγία Λαγουδιανή να παίρνει το όνομά της από ένα λαγό που κρύφτηκε σε μία τρύπα για να σωθεί από κυνηγό και έγινε έτσι αιτία για να βρεθεί εκεί η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ογλαϊτισας ή Τριχερούσας. Στον ίδιο, τότε χώρο, κτίστηκε ο ναός της Παναγίας, που ονομάστηκε από το γεγονός αυτό "Παναγία Λαγουδιανή". Στη διάρκεια μάλιστα της τουρκοκρατίας, η Μονή της Παναγίας Λαγουδιανής ονομαζόταν από του Τούρκους "Ταουσάν μοναστήρ", δηλαδή "Μοναστήρι των Λαγών".
  Το μοναστήρι της Παναγίας, πέρα από το ναό και τα κελιά των καλογριών, είχε στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ένα μεγάλο αριθμό κατοικιών στη γύρω περιοχή. Τις κατοικίες αυτές η μονή τις εκχωρούσε στους άστεγους χριστιανούς της πόλης με το σύστημα του "ιτζαρέ", δηλαδή με ένα εφ' άπαξ ποσό και με την καταβολή συμβολικών δόσεων εφ' όρου ζωής, έτσι ώστε να διατηρείται η υψηλή κυριότητα της μονής στα ακίνητα, μία και απαγορευόταν η πώλησή τους. Έτσι, σε δύσκολα χρόνια τακτοποιήθηκαν στεγαστικά πολλές οικογένειες των Θεσσαλονικέων, μια και ο αριθμός των κατοικιών αυτών ξεπερνούσε τις 20.
  Ο ναός της Παναγίας ονομάζεται επίσης -και ονομαζόταν από παλιά- "Λαοδηγήτρια", χωρίς να ερμηνευθεί πως και γιατί δόθηκε αυτό το όνομα. Πολλοί ιστορικοί συνέδεσαν το όνομά της "λαο-Ο-δηγήτριας" με αρχαίο βυζαντινό ναό που μνημονεύει τον 12ο αιώνα ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος ("η Πάναγνος Θεομήτωρ η παρ' ημίν του οδηγείν επώνυμος"). Μάλιστα, η "Οδηγήτρια" θεωρήθηκε ως η γυναίκα-προστάτης της πόλης της Θεσσαλονίκης μαζί με τον Αγιο Δημήτριο.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Μοναστήρια

Μονή Βλατάδων

Τηλέφωνο: +30 2310 209913, 246357
Φαξ: +30 2310 246349
  Η Μονή Βλατάδων (ή Βλαταίων) βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ανω Πόλης της Θεσσαλονίκης, νότια των Βόρειων Τειχών, απέναντι από τον Πύργο των Παλαιολόγων και σε υψόμετρο 130 περίπου μέτρων από τη θάλασσα.
  Η Μονή Βλατάδων είναι το μόνο από τα πολυάριθμα βυζαντινά μοναστήρια της Θεσσαλονίκης που διασώθηκε ως τις μέρες μας παρόλες τις καταστροφές που έπαθε μέχρι σήμερα. Στα χρόνια των Παλαιολόγων (1261-1453) η Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, είχε πλήθος μοναστηριών ("σηκών") μέσα στα όρια της καστροπερίκλειστης πόλης και στη γύρω περιοχή. Ήταν η εποχή που οι Παλαιολόγοι επέδειξαν ιδιαίτερο ζήλο για την τόνωση του θρησκευτικού αισθήματος του λαού, που συνέβαλε άλλωστε και στην επιθυμητή ενότητα, απαραίτητη για την αντιμετώπιση των σοβαρών κινδύνων που απειλούσαν με διάλυση τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ιδιαίτερη φροντίδα προς την κατεύθυνση αυτή εκδήλωσε η αυτοκράτειρα Αννα Παλαιολογίνα, που ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1351, με προτροπή του Καντακουζηνού, μετά την επικράτηση και τον θρίαμβο του "ησυχασμού", του οποίου ηγούνταν ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Παλαμάς. Μαζί με τον Παλαμά, ήρθαν τότε στην πόλη και οι ομοϊδεάτες του μοναχοί Δωρόθεος και Μάρκος Βλατής, που η παράδοση τους θέλει Θεσσαλονικείς, καταγόμενους όμως από την Κρήτη. Οι μοναχοί αυτοί, που διακρίνονταν για τη μεγάλη τους μόρφωση και τη βαθιά χριστιανική τους πίστη, ίδρυσαν γύρω στα 1351-1371 τη Μονή των Βλατάδων, βοηθούμενοι ίσως και από την Αννα Παλαιολογίνα, που την ίδια χρονική περίοδο επισκεύαζε τα κοντινά προς το χώρο της Μονής ανατολικά τείχη της πόλης. Το νέο μοναστήρι αφιερώθηκε στον Παντοκράτορα Χριστό και τιμούνταν στη γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα.
  Από το παλιό μοναστηριακό συγκρότημα της Μονής Βλατάδων ελάχιστα κτίρια διασώθηκαν σήμερα. Το καθολικό της Μονής που σώζεται έχει διαφοροποιηθεί ριζικά από αυτό που αρχικά κτίστηκε στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα. Τα τμήματα του αρχικού ναού που διασώθηκαν, με τα καμπύλα ψευδοαετώματα που βρίσκονται στα άκρα των τεσσάρων κεραιών του σταυρού, με τη μορφή του τρούλου, τα επάλληλα τόξα και τους ημικίονες στις γωνίες του, παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με το ναό των Αγίων Αποστόλων (1312-1315) και γενικά πολλά χαρακτηριστικά με τους ναούς της Θεσσαλονίκης της εποχής των Παλαιολόγων.
  Κατά τις πρόσφατες εργασίες αναστήλωσης και στερέωσης του μνημείου (1983), αποκαλύφθηκαν στο καθολικό της Μονής τοιχογραφίες του 11ου αιώνα, γεγονός που διαφοροποιεί την άποψη ότι ολόκληρο το κτίσμα ανήκει χρονικά στο 14ο αιώνα.
  Το παλιό κτίσμα-πυρήνας του ναού περιβάλλεται από νεότερες προσθήκες, που αλλοιώνουν και διαφοροποιούν την αρχική του μορφή. Μόνο το ιερό, το παρεκκλήσι των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ο τρούλος με το γύρω τμήμα του, καθώς και ο εσωτερικός νότιος τοίχος ανήκουν στο αρχικό κτίσμα. Τα υπόλοιπα ανάγονται χρονικά στο 1801, όταν ο ναός επισκευάστηκε ριζικά από το Θεσσαλονικέα μεγαλέμπορα Ιωάννη Γούτα Καυταντζόγλου. Ακόμα η νότια στοά του ναού και το μικρό πρόπυλο της δυτικής εισόδου κατασκευάστηκαν μόλις το 1907. Το καθολικό της Μονής Βλατάδων Θεσσαλονίκης.
  Αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει στο ναό ο τρόπος στήριξης του τρούλου στους τοίχους του ιερού και στις δυτικές παραστάδες χωρίς να υπάρχουν κίονες, τρόπος που κυριάρχησε στους ναούς της Ελλάδας τον 9ο ως τον 12ο αιώνα. Πάντως ο πυρήνας του "καθολικού" είναι και αυτός "σταυροειδούς" τύπου, όπως και οι ναοί της Αγίας Αικατερίνης και των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες του ναού που υπήρχαν με βεβαιότητα πριν από την άλωση της πόλης από τους Τούρκους (1430), καθώς και πολλά μαρμάρινα "θωράκια", φορητές εικόνες και διάφορα μοναδικά κειμήλια της Μονής.
  Πέρα από το καθολικό της Μονής Βλατάδων υπάρχουν στον αύλειο χώρο της: το "Ηγουμενείο", που κτίστηκε το 1926 πάνω σε θεμέλια προϋπάρχοντος ανάλογου κτίσματος, ένας νεότερος ναϊσκοςτης Θεοτόκου και το σύγχρονο συγκρότημα του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών. Στο νοτιοδυτικό τμήμα της Μονής, κάτω από βράχο, υπάρχει ακόμη η παλιά υδατοδεξαμενή ("κινστέρνα") της Μονής, όπου έφτανε, με κλειστούς και ανοιχτούς αγωγούς, το νερό με το οποίο υδρευόταν η πόλη από τις πηγές του βουνού Χορτιάτη ("Χορταϊτη"), από τα Βυζαντινά ακόμη χρόνια.
  Η Μονή Βλατάδων είναι σταυροπηγιακή Μονή, που σημαίνει πως εξαρτάται απευθείας από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με την παράδοση, στον τόπο που ιδρύονταν μοναστήρια, κατά τη θεμελίωση, τοποθετούνταν στο χώρο σταυρός ("σταυρός πήξαιτο") και έμεινε έτσι η ορολογία αυτή.
  Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας η Μονή Βλατάδων ονομαζόταν "Τσαούς Μοναστήρι", ίσως από το όνομα του Τούρκου στρατιωτικού διοικητή Τσαούς-Μπέη, που ήταν εγκατεστημένος στο "Επταπύργιο", βόρεια της Μονής και σύχναζε στο μοναστήρι για να απολαμβάνει τον καθαρό αέρα και την υπέροχη θέα του.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου με τίτλο: ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Μονή Βλατάδων (ή Βλαταίων)

Foundation, history and name of the Monastery.
  In a letter of Patriarch Matthaios, from the year 1400, to the Metropolitan of Thessaloniki, Gavriil, the Monastery is mentioned for the first time, under the name of the Monastery of the Pantokrator (= Christ the Lord of All), and reference is made to "Lord Dorotheos, who also indeed, established the monastery of the Pantokrator in the beginning". Other sources also mention that the Monastery is dedicated to Christ the Lord of All. The name which has predominated, however, has the founders in the plural: "Vlatadon" or "Vlat(t)aion", which means that there were at least two. In the oldest metropolitan document, which is kept in the Monastery Archive (1488), it is termed the Monastery of the Pantokrator of the Vlatadon or Vlataion. Besides, in manuscript no. 92 of the Monastery, there is another reference, probably from the 14th century concerning the venerable Monastery of the Pantokrator of the Vlatadon, while elsewhere in the same document, it is called the Monastery of the "Vlataion".
  There were, indeed, two priest-monks known at that time who bore the name "Vlat(t)is", Dorotheos and Markos. They were friends and disciples of Saint Gregory Palamas, whom they followed to Constantinople, when he was called to appear before the synod which was to deal with the hesychast controversy and his theological differences with Barlaam the Calabrian. Having witnessed and shared the tribulations of Saint Gregory Palamas during the years 1341-1350, Dorotheos came with him to Thessaloniki and took up permanent residence in the city. He later occupied the metropolitan throne of Thessaloniki (1371-1379). Markos, who it seems was somewhat older, quickly left Constantinople for the Holy Mountain, where he lived as a monk at the Great Lavra. He, too, then came to Thessaloniki to be with his brother, in 1351.
  An inscription set into the wall above the lintel of the west door to the Katholikon states that the Monastery was established "by the founders Vlateon, men of Crete". This inscription, however, is much later (1801) and there is no historical evidence to support it, as regards the founders' birth place.
  It should be taken as read that the Vlatades were born in Thessaloniki. The Thessalonian patriarch Philotheos Kokkinos a childhood friend of the two brothers, says of them: "Both Dorotheos and Markos, who were brothers of the same family as well as being monks of rare worth, sprung from Thessaloniki the great, were the best of friends with Philotheos from childhood, fellows in spirit and in asceticism".
  The Monastery must have been founded immediately after the enthronement of Saint Gregory Palamas, once the brothers had taken up residence in the town, perhaps in 1351, or even a little later. It was dedicated to the Transfiguration of the Savior, of which the light was for them, their teacher Saint Gregory and the Hesychasts the centre of their theological thought and life.
  To this day, the Monastery tradition commemorates empress Anna Paleologina as founder, together with her husband Andronikos III, who had, of course, been dead for some time. Once Anna had taken up residence in Thessaloniki, in 1351, she remained there permanently as Governess until her death. A gate in the east wall of the city, close to the acropolis, which was built by her, bears an inscription with her name (1355). It was probably at this same time that construction work on the Monastery was being carried out.
  The Monastery is called royal because it was established by a grant from Anna Paleologina and through a royal chrysobull, which has not survived, but which must have been issued in 1354, in the name of the emperor Ioannes Kantakouzenos and the empress Anna Paleologina, during the term as patriarch of Philotheos, friend of the founder. It is also called patriarchal and stavropegic because a patriarchal sigillium was issued for it, shortly afterwards, by the Ecumenical Patriarch Neilos, and the cross was places there. Another form of name which was used during the period of Turkish rule and is still used by many local people even today is Cavus Monastir. The most likely explanation of this name is that at some time a unit of Turkish troops was billeted there, with a cavus or sergeant in command. When the Turks captured the city of Thessaloniki for the first time, in 1387, they established a garrison in the acropolis, with a strong guard-post outside the south wall on the flat platform of the premises, and to watch the postern-gates which were in the walls at that point. The church was also taken over and converted into a mosque to meet the needs of the soldiers. After the second capture (1430), a guard-post must have been established there for the same reasons. The commander of the post, a "cavus", gave his name to the monastery. The grave of one of these commanders is to be seen in front of the south door of the Katholikon.
  Another tradition is of great interest. It maintains that a certain guard commander damaged the church and the building installations a good number of years after the fall of the city. After this, he became gravely ill. Then, in a dream, he saw an elderly man who promised to cure him on condition that he repaired the damage to the church. The commander did so and was cured. From then on he was wont to go there to enjoy the view. He also did the Monastery a good many kindnesses and because of this the monks buried his remains outside the Katholikon.

This extract is cited May 2003 from the Ecumenical Patriarchate of Constantinople URL below.


Μονή Αγίας Θεοδώρας

Τηλέφωνο: +30 2310 220020

Έχετε τη δυνατότητα να δείτε περισσότερες πληροφορίες για γειτονικές ή/και ευρύτερες περιοχές επιλέγοντας μία από τις παρακάτω κατηγορίες και πατώντας το "περισσότερα":


GTP Headlines

Λάβετε το καθημερινό newsletter με τα πιο σημαντικά νέα της τουριστικής βιομηχανίας.

Εγγραφείτε τώρα!
Greek Travel Pages: Η βίβλος του Τουριστικού επαγγελματία. Αγορά online

Αναχωρησεις πλοιων

ΕΣΠΑ

Διαφημίσεις