Ιστορία ΙΩΑΝΝΙΝΑ (Πόλη) ΗΠΕΙΡΟΣ - GTP - Greek Travel Pages

Πληροφορίες τοπωνυμίου

Εμφανίζονται 8 τίτλοι με αναζήτηση: Ιστορία  στην ευρύτερη περιοχή: "ΙΩΑΝΝΙΝΑ Πόλη ΗΠΕΙΡΟΣ" .


Ιστορία (8)

Ελληνικό Κράτος (1830-σήμερα)

ΙΩΑΝΝΙΝΑ (Πόλη) ΗΠΕΙΡΟΣ
  Το 1911 ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων συνειδητοποιώντας τη δεινή κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ευρύτερη περιοχή ένεκα της τουρκικής επικυριαρχίας και της οικονομικής δυσπραγίας των κατοίκων ίδρυσε το Ιεροδιδασκαλείο Βελλάς με στόχο, όπως έγραφε στο «Υπόμνημά» του προς τον Ηπειρωτικό Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο της Κωνσταντινούπολης, στις 30 Νοεμβρίου 1911, να προέλθουν από αυτό οι μελλοντικοί επιστήμονες και οι συστηματικοί εργάτες «της ποθητής ανορθώσεως», οι μελλοντικοί ιερείς και διδάσκαλοι «της υπαίθρου χώρας». Εκείνη την περίοδο, αλλά και μέχρι τη μεταπολεμική εποχή η Σχολή Βελλάς διαδραμάτισε έναν σημαντικό ρόλο, αφού προσέφερε στους οικονομικά ασθενέστερους νέους της χειμαζόμενης Ηπείρου μία από τις ελάχιστες δυνατότητες να αποκτήσουν δωρεάν ανώτερη μόρφωση και να ασκήσουν στη συνέχεια το ιερατικό λειτούργημα, ή να προσληφθούν ως διδάσκαλοι. Οι σπουδαστές εκτός από τα εγκύκλια μαθήματα διδάσκονταν Θρησκευτικά (Ιερά Ιστορία, Εισαγωγή και Ερμηνεία Καινής Διαθήκης, Κατήχηση, Λειτουργική, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ηθική, Ομιλητική), Γεωπονία (Γεωργία, δενδροκομία, πτηνοτροφία, σηροτροφία) και Παιδαγωγικά.
  Στο κοινωνικό πεδίο παρατηρούμε τη δημιουργία διαφόρων θρησκευτικών -φιλανθρωπικών συλλόγων [«Ζωοδόχος Πηγή - Φιλόπτωχος» (1908), «Η Θεοτόκος» (1911), «Παντάνασσα» (1937),] ενώ το 1921 εγκαινιάζεται στα Γιάννινα το παράρτημα του «Λυκείου Ελληνίδων» που εμπνεύσθηκε και υλοποίησε στην Αθήνα το 1911 η Καλλιρρόη Παρρέν, με στόχο την ενημέρωση και τη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου των γυναικών και την παρέμβαση με εκδηλώσεις Τέχνης στην ευρύτερη πολιτιστική ζωή. Την προστασία της μητρότητας, της βρεφικής και παιδικής ηλικίας μέσω συμβουλευτικών σταθμών, παιδικών ιατρείων, αλλά και κέντρων παροχής ιματισμού και τροφής, ιδίως μετά τη Γερμανική κατοχή, είχε ως σκοπό το «Πατριωτικόν ΄Ιδρυμα Ιωαννίνων» (1935). Στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνος οι συνθήκες ζωής ενός μεγάλου αριθμού πολιτών ήταν ιδιαίτερα δύσκολες και αρχίζουν να γίνονται αισθητές οι αλλαγές που επισυμβαίνουν στον ευρύτερο εργασιακό χώρο. Ήδη από το 1919 σχηματίσθηκε στα Γιάννινα ο πρώτος όμιλος του «Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος» και το 1922 το «Πανηπειρωτικόν Εργατικόν Κέντρον Ιωαννίνων» καταγγέλει προς την «Αυτού εξοχότητα Γενικόν Διοικητήν» της Ηπείρου «την τραγικήν θέσιν» στην οποία βρίσκονται «αι Εργατικαί τάξεις της πόλεως λόγω της αεργίας, του γλισχρού των ημερομισθίων και της αφορήτου καταστάσεως πλέον πληγής της αισχροκερδίας». Το 1924 συγκροτείται ο «Ηπειρωτικός Εκπαιδευτικός Όμιλος», ο οποίος είχε ως στόχο «η παιδεία να γίνη κτήμα του Έθνους, να στήση τα θεμέλια της απάνω στα πραγματικά στοιχεία της ελληνικής ζωής, όπως την διεμόρφωσεν η ιστορική εξέλιξις του Έθνους» και «να θεμελιωθή στον γνήσιον νεοελληνικόν κόσμον, δηλαδή στη ζωντανή γλώσσα και τη λαϊκή παράδοση».
  Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή επίσης, το 1923, ιδρύονται η «Πανηπειρωτική Ένωσις Παλαιών Πολεμιστών» και ο «Πανηπειρωτικός Σύνδεσμος Αναπήρων και θυμάτων Πολέμου», ενώ από την «Πανηπειρωτική Ένωση» προερχόταν η συντακτική ομάδα που το 1924 εξέδωσε τη μαχητική εβδομαδιαία Εφημερίδα «Νέος Αγών», η οποία, σύμφωνα με τον Πέτρο Αποστολίδη, «γινόταν ανάρπαστη». Σε κάθε φύλλο της Εφημερίδας, από τα ελάχιστα που κυκλοφόρησαν, δημοσιευόταν ένα ποίημα του Γιωσέφ Ελιγιά, ο οποίος την Πρωτομαγιά του 1923, στην εκδήλωση του Εργατικού Κέντρου Ιωαννίνων, απήγγειλε αποσπάσματα από το «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη. Είναι μία κρίσιμη περίοδος τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την πόλη των Ιωαννίνων και τα δρώμενα στο επίπεδο της εθνικής ζωής, αλλά και στην ενδοχώρα της θέτουν σε δοκιμασία την κοινωνική συνείδηση και οφείλουμε να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι στα Γιάννινα αναπτύσσεται ένα ευδιάκριτο ρεύμα κοινωνικής κριτικής, το οποίο επιδρά καταλυτικά στη διαμόρφωση ρηξικέλευθων νοοτροπιών και στην ωρίμανση των κοινωνικών αιτημάτων. Οι αντίξοες συνθήκες εργασίας και οι σχέσεις ανάμεσα στους εργοδότες και τους εργαζομένους αρχίζουν να γίνονται και στα Γιάννινα αντικείμενο προβληματισμού, που διακρίνεται για την ανεπιτήδευτη ανάλυση της κοινωνικής συγκυρίας και την ασίγαστη επιθυμία για ζωή που να δικαιώνει την ανθρωπικότητα του σκεπτόμενου υποκειμένου. (...)
  Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Τούρκους, την 21η Φεβρουαρίου 1913, η πολιτική, η οικονομική, η κοινωνική και κατά συνέπεια η εκπαιδευτική τοπογραφία βαθμιαίως μεταβάλλεται. Η οργάνωση των Εκπαιδευτηρίων και το πρόγραμμα σπουδών καθορίζονται πλέον από την κεντρική εξουσία, η οποία ιδρύει, παράλληλα με την αναδιάρθρωση των Δημοτικών και των Γυμνασίων, το 1914 την «Αστική Σχολή θηλέων Ιωαννίνων», που διατηρήθηκε μέχρι το 1938. Στη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνος εφαρμόζεται και στα Γιάννινα το πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας και η διαβάθμιση των σπουδών είναι: «κοινά» Δημοτικά Σχολεία, «Ελληνικόν Σχολείον» ή «Σχολαρχείον», τετραετούς φοίτησης και τριετή «Αστικά Σχολεία». Από το 1929 τα Δημοτικά και τα Γυμνάσια γίνονται εξατάξια. Για την κατάρτιση διδασκάλων θεσμοθετήθηκαν τα Διδασκαλεία και στην πρωτεύουσα πόλη της Ηπείρου από το 1913 λειτούργησε μονοτάξιο Διδασκαλείο (1913 - 1914) και στη συνέχεια (1914 - 1924) τριτάξιο και από το 1924 ως το 1936 πεντατάξιο. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την έλευση των προσφύγων οι διευρυμένες ανάγκες για παροχή στοιχειώδους παιδείας οδήγησαν στην ίδρυση με Νομοθετικό Διάταγμα (1923) του μονοταξίου Διδασκαλείου (1923 - 1928) όχι μόνο στα Γιάννινα, αλλά και σε άλλες πόλεις (Αθήνα, Καστοριά, Μυτιλήνη, Σέρρες, Χανιά). Στο τριτάξιο «Διδασκαλείο Αρρένων Ιωαννίνων» γινόταν δεκτοί οι κάτοχοι «ενδεικτικού» β΄ τάξεως τετραταξίου Γυμνασίου, ή «απολυτηρίου» Αστικού Σχολείου και με εισαγωγικές εξετάσεις ενώ από το 1917 είχαν δικαίωμα σπουδής και οι γυναίκες. Το «ωρολόγιον πρόγραμμα» έδινε έμφαση στη διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας (σύνολο 21 ώρες), στις πρακτικές ασκήσεις (10 ώρες), οι οποίες λάμβαναν χώρα στο πρότυπο Δημοτικό Σχολείο του Διδασκαλείου και στα Παιδαγωγικά (8 ώρες). Το μάθημα της Φιλοσοφίας είχε εισαγωγικό χαρακτήρα (3 ώρες στην Α΄ τάξη) και δεν φαίνεται από τα σχετικά έγγραφα να διδασκόταν σε όλες τις περιόδους, ενώ στο μονοτάξιο Διδασκαλείο (1923 - 1928) αντικαταστάθηκε από την ψυχολογία. Επρόκειτο για μία κατεύθυνση σπουδών που εστίαζε στην καλλιέργεια της πρακτικής διάστασης του διδάσκειν και έθετε σε ήσσονα μοίρα τον θεωρητικό προβληματισμό. Βαθμιαίως η Παιδαγωγική θα αποτελέσει το προνομιακό πεδίο στο οποίο διαπιστώνεται η διαφορετικότητα των θεωρήσεων για την οργάνωση της εκπαιδευτικής πράξης και εκδηλώνεται η αντιπαράθεση ανάμεσα στους οπαδούς των παραδοσιακών και νεωτεριστικών παιδαγωγικών αντιλήψεων.
  Τις πρώτες δεκαετίες πρυτάνευσαν, όπως άλλωστε και στη διαμόρφωση του επίσημου αναλυτικού προγράμματος των μαθημάτων του Δημοτικού Σχολείου (1913), οι νοησιαρχικές παιδαγωγικές απόψεις του J. Herbart (1776 - 1841), αλλά από το 1928 μέχρι το 1936 και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της διεύθυνσης του Ευριπίδη Σούρλα (1929 - 1933) έγινε προσπάθεια να εφαρμοσθούν οι βασικές θέσεις του «Σχολείου Εργασίας» [G. Kerschensteiner (1845 - 1932) - H. Gandig (1860 - 1932) - J. Dewey (1859 - 1952)], δηλαδή η παιδαγωγική θεωρία στην οποία η αυτενέργεια του παιδιού και η καθολική σχέση του με τον περιβάλλοντα φυσικό και κοινωνικό χώρο καταλάμβανε την προεξέχουσα θέση. Στον ελληνικό χώρο οι αρχές του «Σχολείου Εργασίας» υιοθετήθηκαν από τους Νικόλαο Καραχρήστο, Μανώλη Τριανταφυλλίδη, Δημήτρη Γληνό, Αλέξανδρο Δελμούζο, Νικόλαο Εξαρχόπουλο, Σπυρίδωνα Καλλιάφα και τον Κωνσταντίνο Γεωργούλη και κάθε παιδαγωγός προσπάθησε βεβαίως να τις εφαρμόσει με τον δικό του τρόπο. Ο Ευριπίδης Σούρλας παράλληλα με τα αξιώματα της «αρχής της συγκεντρωτικής διδασκαλίας» και της «ελεύθερης πνευματικής εργασίας» πρόβαλε την «αρχή της στενώτερης πατρίδας», επιδιώκοντας να καταστήσει σαφή τη μορφωτική αξία των εμβιωμένων στοιχείων (Γλώσσα, Ιστορία, Τέχνη, Φύση), μία μέθοδο την οποία ο Ηπειρώτης Σχολάρχης επιχείρησε να εφαρμόσει στα Γιάννινα και με σαφήνεια αναπτύσσει στο βιβλίο του Συγκεντρωτική διδασκαλία και νεώτερον πρόγραμμα, το οποίο εξέδοσε το 1935.
  Η βελτίωση του επιπέδου σπουδών και τα προβλήματα που είχαν αναδειχθεί από το γεγονός ότι στα Διδασκαλεία γίνονταν δεκτοί νέοι που δεν είχαν αποπερατώσει την εξατάξια γυμνασιακή μαθητεία και κατά συνέπεια η επαγγελματική τους κατεύθυνση δεν ήταν πλήρως αποσαφηνισμένη, υπήρξαν τα βασικά επιχειρήματα για την αναδιοργάνωση του πλαισίου κατάρτισης των δασκάλων. Ο θεσμός των «Παιδαγωγικών Ακαδημιών» δημιουργήθηκε με το Νόμο 5802 του 1933 και σύμφωνα με το άρθρο 1 «η μόρφωσις των δημοδιδασκάλων, αμφοτέρων των φύλλων ορίζεται ως έπεται: η μεν γενική συντελείται εις το γυμνάσιον ή το πρακτικόν λύκειον, η δε επαγγελματική εις διταξίους Παιδαγωγικάς Ακαδημίας». Η «Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων» λειτούργησε από το 1934 μέχρι το 1982 και ήταν ένα από τα έξι (Αθήνα, Αλεξανδρούπολη, Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Λαμία, Τρίπολη) Ανώτερα Πνευματικά Ιδρύματα που επιτέλεσαν στην εποχή τους έναν σημαντικό ρόλο. Όσον αφορά το είδος των σπουδών, παρατηρούμε την πρόθεση του Νομοθέτη να αναβαθμίσει τα θεωρητικά μαθήματα και προβλέπεται η διδασκαλία Παιδαγωγικών μαθημάτων (Γενική Παιδαγωγική, Γενική Διδακτική, Ειδική Διδακτική, Ιστορία της Παιδαγωγικής, Σχολική Νομοθεσία), Ψυχολογίας (Γενική Ψυχολογία, Ψυχολογία του παιδός και του εφήβου, Ψυχολογία των ατομικών διαφορών μετ' εφαρμογών), Φιλοσοφίας (Εισαγωγή εις την φιλοσοφία, Στοιχεία Ηθικής, Αισθητικής και Γνωσιολογίας), Στοιχείων Δημοσίου Δικαίου, Πολιτικής Οικονομίας και Κοινωνιολογίας. Στη διαμόρφωση της πολιτικής, της κοινωνικής και της πολιτιστικής ζωής της πόλης μετά την απελευθέρωση σημαντικό ρόλο διεδραμάτιζε ο τοπικός Τύπος και τα Περιοδικά, αφού η έντυπη διακίνηση των ιδεών προσέδιδε στο στοχασμό το χαρακτήρα της δημόσιας κατάθεσης, σε μία περίοδο κατά την οποία η έκδοση βιβλίων, συνήθως, επιστέγαζε μία ευδόκιμη θητεία στον ημερήσιο, ή τον περιοδικό Τύπο. Η προσεκτική μελέτη των δημοσιευμάτων που συναπαρτίζει την ύλη των Εντύπων μας αποκαλύπτει το υπόβαθρο των λογοτεχνικών τάσεων, την ποιότητα των αισθητικών κριτηρίων και τον προσανατολισμό των θεωρητικών αντιλήψεων, τις οποίες αποτύπωναν στα κείμενά τους είτε με τη σαφή γλώσσα του δοκιμίου, είτε με τον συμβολικό και υπαινικτικό λόγο της Τέχνης οι Γιαννιώτες λόγιοι. Η πολύπλευρη συγγραφική δράση του Γεωργίου Χατζή - Πελλερέν (1881 - 1930), που εκφράστηκε μέσα από την κριτική, την ποίηση, την πεζογραφία, τα θεατρικά κείμενα, το χρονογράφημα και τις ιστορικές μελέτες, αποτέλεσε μία από τις συνιστώσες της πνευματικής κίνησης στα Γιάννινα στην πρώτη τριακονταετία του εικοστού αιώνος. Η Εφημερίδα «Ήπειρος», την οποία ο Χατζή - Πελλερέν εξέδοσε το 1909, αποτέλεσε έναν χώρο στον οποίο υποτυπώθηκαν κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου τα διάφορα ρεύματα σκέψης που διαμορφώθηκαν στα Γιάννινα. Πολυμέρεια χαρακτηρίζει και το έργο του λογοτέχνη Χρήστου Χρηστοβασίλη (1861 - 1937), ο οποίος παράλληλα με τις ηθογραφικές του συνθέσεις συνέγραψε και μελέτες πολιτικού - εθνικού περιεχομένου και η δημοσιογραφία του χαρακτηριζόταν από τη γλαφυρότητα του ύφους του.
  Εκτός από τις Εφημερίδες, διαύλους κοινοποίησης των ανησυχιών και των κοινωνικών προβληματισμών της τοπικής λογιοσύνης, μέχρι τη στρατιωτική δικτατορία (1967), αποτέλεσαν και τα Περιοδικά Ελλοπία (1930), Ηπειρωτικά Φύλλα (1936), Ηπειρωτικά Γράμματα (1944) και «Ενδοχώρα» (1959), στα οποία παρά την βραχύβια κυκλοφορία τους εκφράσθηκαν οι μεταλλαγές που συντελούνταν στο πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνος. Τα λογοτεχνικά μοτίβα του συγκρατημένου λυρισμού, της νοσταλγίας και της προσμονής συνυφαίνονται σε αρκετές από τις καταθέσεις με τη δοκιμή νέων εκφραστικών τρόπων και συχνά τα ρητά ή υπόρρητα ερωτήματα για την ουσία της Τέχνης και την κοινωνική της λειτουργία νοηματοδοτούν ένα τρόπο γραφής που αφορμάται από μία ενσυνείδητη αντίληψη για το κοινωνικό δέον και το οφείλειν του ανθρώπου ως διαμορφωτή του κοινωνικού γίγνεσθαι. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για τα περιοδικά Ηπειρωτικά Χρονικά (1926) και Ηπειρωτική Εστία (1952), μέσω των οποίων έγιναν ευρύτερα γνωστά τα πορίσματα της ελληνικής και της διεθνούς «Ηπειρωτολογίας». Η έκδοση του πρώτου οφείλεται σε πρωτοβουλία του Μητροπολίτου Ιωαννίνων Σπυρίδωνος (1875 - 1956) και είχε ως στόχο να στεγάσει τις επιστημονικές απόπειρες να ερευνηθεί από ιστορική, αρχαιολογική, φιλολογική, λαογραφική και γλωσσολογική άποψη το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν της Ηπείρου, ενώ στο δεύτερο φιλοξενήθηκαν, παράλληλα με τις ιστοριοδιφικού και φιλολογικού χαρακτήρα μελέτες, η λογοτεχνική παραγωγή (ποίηση, πεζά, δοκίμιο, κριτική) νεοελλήνων, κυρίως Ηπειρωτών, διανοουμένων.
  Κατά τη δεκαετία του 1960 η Ήπειρος εξακολουθούσε να είναι μία από τις λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές της Ελλάδος και τα Γιάννινα αρχίζουν να αποκτούν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός σύγχρονου νεοελληνικού αστικού κέντρου. Η διεύρυνση του κύκλου των επαγγελμάτων και η ανάπτυξη της βιοτεχνίας προσελκύουν κατοίκους από τις όμορες κοινότητες και πόλεις και η αύξηση του πληθυσμού αναπόφευκτα επενήργησε στη μορφολογία του κοινωνικού ιστού και στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων και των κοινωνικών αιτημάτων. Το σημαντικότερο γεγονός αυτή τη δεκαετία στον πνευματικό χώρο της πόλης ήταν η ίδρυση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων το 1964 και η λειτουργία της Φιλοσοφικής Σχολής, ως παραρτήματος μέχρι το 1970 του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και αυτοδύναμης στη συνέχεια. Το 1966 εγκαινιάζεται το Τμήμα Μαθηματικών, ενώ από το 1970 και το 1977 λειτουργούν το Τμήμα Φυσικής και η Ιατρική Σχολή αντίστοιχα, καθώς και το Τμήμα Χημείας. Σήμερα υπάρχουν στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων δώδεκα τμήματα, στα οποία φοιτούν 10.000 περίπου φοιτητές. Αυτή καθ' εαυτή η ύπαρξη του Πανεπιστημίου, αλλά και η συμμετοχή τόσο του ερευνητικού και διδακτικού δυναμικού του όσο και των φοιτητών στην από κοινού οργάνωση με τους πολιτιστικούς και τους πολιτικούς φορείς της πόλης διαφόρων επιστημονικών εκδηλώσεων συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός πολύπτυχου επικοινωνιακού πλαισίου, το οποίο έχει ευεργές επιπτώσεις στην τοπική κοινωνία.

Το κείμενο παρατίθεται τον Μάιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Ιωαννιτών


Ιδρυση-οικισμός του τόπου

   Σύμφωνα με τον ιστορικό του ΣΤ΄ αι. Προκόπιο, ο Iουστινιανός μετέφερε, για λόγους ασφάλειας, τους κατοίκους της Eύροιας και ίδρυσε μία πόλη (το 529;) με φυσική οχύρωση μέσα σε μία λίμνη. «ην δε τις ενταύθα πόλις αρχαία, ύδασιν επιεικώς κατακόρης ούσα, ανόματός τε της του χωρίου φύσεως. Eύροια γαρ ανέκαθεν ωνομάζετο. Tαύτης δε της Eυροίας ου πολλώ απόθεν λίμνη κέχυται και νήσος κατά μέσον ανέχει και λόφος αύτη επανέστηκε. Διαλείπει δε η λίμνη τοσούτον, όσον τινά εν εισόδου μοίρα τη νήσω λελείφθαι. Ένθα δη βασιλεύς τους της Eυροίας μεταβιβάσας οικήτορας, πόλιν οχυρωτάτην οικοδομησάμενος ετειχίσατο». (Προκόπιος, Περί κτισμάτων, IV,1,.39-42). H περιγραφή οδήγησε όλους σχεδόν τους ερευνητές στην ταύτιση της θέσης αυτής με τον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα το κάστρο των Iωαννίνων.
  Ωστόσο μία νέα και ίσως πιθανότερη υπόθεση δεν δέχεται την άποψη αυτή, διότι οι μετεγκαταστάσεις πληθυσμού που οργανώνονταν κατά τον ΣT΄ αιώνα από την Αυτοκρατορία αποσκοπούσαν στην προστασία των κατοίκων από τους επιδρομείς και είχαν προσωρινό χαρακτήρα. Συνεπώς, υποστηρίζεται, δεδομένης της προσωρινότητας παρόμοιων ενεργειών, δεν δικαιολογείται η ταύτιση του χώρου εγκατάστασης των κατοίκων της Eύροιας με τα Iωάννινα. Αντίθετα ταυτίζεται η Eύροια με τον λόφο Kαστρί στην όχθη της Aχερουσίας λίμνης. Aλλά ακόμη και μεταγενέστερα οι σχετικές πληροφορίες είναι ιδιαίτερα πενιχρές και συμπτωματικές, γεγονός που οφείλεται στην γενικότερη άποψη, ότι είχε ενδιαφέρον μόνο ό,τι σχετίζονταν με την πρωτεύουσα και με τις πράξεις της κεντρικής εξουσίας.
  Αλλωστε λόγω των προαναφερομένων προβληματισμών και της έλλειψης στοιχείων αδυνατούμε να ταυτίσουμε τα Iωάννινα με την πόλη Eύροια ακνίου (=εκ νέου=νέα), η οποία βρίσκεται στην Θεσπρωτία και η οποία μνημονεύεται στον "Συνέκδημο" του Iεροκλή. Στο έργο αυτό του ΣΤ΄ αι., ο Iεροκλής αναφέρεται στην πολιτική γεωγραφία του Aνατολικού Pωμαϊκού Kράτους και περιλαμβάνει την Eύροια στον κατάλογο των δώδεκα πόλεων της Παλαιάς Hπείρου. Στις πηγές της Ύστερης Aρχαιότητας και έως τον Ι' αιώνα η πόλη Iωάννινα δεν αναφέρεται.

Το κείμενο παρατίθεται τον Μάιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Ιωαννιτών


Νεότερος Ελληνισμός (1453-1830)

Επανάσταση Διονυσίου του Φιλοσόφου

  Τα Γιάννενα παραδόθηκαν στους Τούρκους στις 9 Οκτωβρίου του 1430 ύστερα από διαπραγματεύσεις με τον πολιορκητή τους Σινάν Πασά και αφού πρώτα πέτυχαν να εκδοθεί αυτοκρατορική διαταγή από το Σουλτάνο Μουράτ το Β΄, γνωστή ως προνομιακός «ορισμός» του Τούρκου beylerbeyi Σινάν Πασά. Στο έγγραφο αυτό, που θεωρείται ως ένα από τα πιο παλαιά έγγραφα οθωμανικής αρχής, γραμμένο όμως στην ελληνική γλώσσα, παραχωρούνται στους Γιαννιώτες σημαντικά προνόμια, ανάλογα με εκείνα που είχαν κατορθώσει να αποσπάσουν στα 1319 από το Βυζάντιο με το Χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν οι φορολογικές απαλλαγές και η ελεύθερη διακίνηση του εμπορίου τόσο μέσα στην πόλη όσο και στις άλλες περιοχές της βυζαντινής επικράτειας.
  Το προνομιακό αυτό καθεστώς αρμονικών σχέσεων ανάμεσα στον κατακτημένο και τον κατακτητή διατηρήθηκε ως τον Σεπτέμβριο του 1611, οπότε διαδραματίστηκε στα Γιάννενα ένα σημαντικότατο, αλλά και απροσδόκητο για την εποχή, γεγονός.
  Αναφερόμαστε στο επαναστατικό κίνημα του Διονυσίου του Φιλοσόφου που όχι μόνο κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία, αλλά και έγινε πρόξενος αναρίθμητων συμφορών για τους χριστιανούς, που ως την εποχή εκείνη κατοικούσαν μέσα στο κάστρο. Αποκορύφωμα υπήρξε ο βίαιος και ομαδικός τους διωγμός από αυτό και η υποχρεωτική τους εγκατάσταση στην παραλίμνια περιοχή του Σιαράβα. Έχοντας χάσει οι «καστρινοί» ολοκληρωτικά τις περιουσίες τους και τα στηρίγματά τους, έβλεπαν ως μοναδική σωτήρια λύση, στο αδιέξοδο που είχαν περιέλθει, τη φυγή προς τη Δύση.
  Έτσι δεν άργησαν να υλοποιήσουν τη σκέψη του ξενιτεμού μεταναστεύοντας κυρίως στις παράλιες πόλεις της Δ. Ιταλίας και προπαντός στη Βενετία. Εκεί οι περισσότεροι επιδόθηκαν στην προσφιλή τους ασχολία, το εμπόριο, και μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα άρχισαν να αναλαμβάνουν, να δημιουργούν πάλι τη χαμένη περιουσία τους και να αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική δύναμη. Όσοι παρέμειναν και αφού διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν ανάμειξη ούτε καμιά ευθύνη στην ανταρσία του Διονυσίου, προσπάθησαν να περισώσουν ό,τι τους είχε απομείνει από τις λεηλασίες και τις πυρπολήσεις στις πρώτες μέρες της σύγχισης. Στη συνέχεια, ξεπερνώντας τη συμφορά και αντιμετωπίζοντας με καρτερία την πραγματικότητα, κατόρθωσαν να ανοικοδομήσουν το σπιτικό τους.
  Έτσι στα 1666, ο περιηγητής Spon μας δίνει μια εικόνα της πόλης τελείως απρόσμενη ύστερα από τους τόσους κατατρεγμούς των κατοίκων της. Οι πληροφορίες του μαρτυρούν ότι τα Γιάννενα την εποχή αυτή είναι πολυάνθρωπα και βρίσκονται σε μεγάλη εμπορική ακμή.   Στα 1670 υπάρχουν στα Γιάννενα 4.000 σπίτια, χριστιανός αρχηγός συντεχνιών, αγορά με 1.900 εργαστήρια και καταστήματα και ετήσια αξιόλογη εμποροπανήγυρη. Τα στοιχεία αυτά παραδίδει ο Τούρκος περιηγητής και συγγραφέας του 17ου αιώνα Εβλιγιά Τσελεμπή, ανάμεσα στις τόσες άλλες μοναδικές και πολύτιμες πληροφορίες για την πόλη των Ιωαννίνων, στο γνωστό του έργο.

Το κείμενο παρατίθεται τον Μάιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Ιωαννιτών


  Το 1431,οι κάτοικοι των Ιωαννίνων έγιναν υποτελείς στους Τούρκους, υπό τον Σινά πασά και εγκαθιδρύεται στα Ιωάννινα η τουρκική κυριαρχία, η οποία διαρκεί 482 έτη, δηλαδή μέχρι το 1913.
  Μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα τα υπό τουρκική κυριαρχία Ιωάννινα παρουσιάζουν γενική πτώση και παρακμή.
  Ο 17ος αιώνας αποτελεί την απαρχή της ακμής των Ιωαννίνων. Η οποία κορυφώνεται στο δεύτερο του 18ου, με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνολογίας. Η ανάπτυξη αυτή οδηγεί και σε σημαντική πληθυσμιακή αστική συγκέντρωση. Επίσης, τα Ιωάννινα παρουσιάζουν και λαμπρότατη πνευματική παράδοση αιώνων. Ήδη από το 1206 χρονολογείται η ίδρυση δύο σχολών στις Μονές Σπανού και Ντίλιου, όπου δίδαξαν και μαθήτευσαν επιφανείς λόγιοι και στοχαστές. Με τις σχολές αυτές διατηρήθηκε στην Ήπειρο η ελληνική παιδεία και καλλιεργήθηκαν τα ελληνικά γράμματα και η λόγια παράδοση μέχρι της εποχής του αστικού μετασχηματισμού. Από τα μέσα του 17ου αιώνα, οι φιλογενείς Ιωαννίτες, επηρεασμένοι από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, χρηματοδότησαν την ίδρυση νέων σχολών στα Ιωάννινα. Έτσι, ιδρύθηκαν, μέσα στην πόλη των Ιωαννίνων, οι σχολές του ηγούμενου Επιφανίου (1648), που αποκαλείται μικρή, η σχολή Γκούμα (1676), που αποκαλείται μεγάλη, η Μαρουτσαία (1746), η Καπλάνειος (1797) και αργότερα η Ζωσιμαία (1828).
  Από το 18ο αιώνα, τα Ιωάννινα αναδεικνύονται το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο του νέου Ελληνισμού και της προεπαναστατικής πνευματικής Ελλάδας.
  Από το 1431 και μέχρι την εποχή του Αλή (1788), πλην του επαναστατικού κινήματος του Διονυσίου (1611), του επικαλούμενου Σκυλόσοφου, κανένα πολεμικό ή άλλο αξιόλογο γεγονός δεν συντελείται στα Ιωάννινα. Από το 1788 και για 50 χρόνια μετά, σημειώνονται, στην πόλη των Ιωαννίνων, γεγονότα εξαιρετικής σημασίας.
  Το 1788, ο Αλή ανέρχεται στην εξουσία των Ιωαννίνων εγκαινιάζοντας το τυραννικό καθεστώς. Για την περίοδο αυτή, η προσωπική ιστορία του Αλή είναι και η ιστορία Ιωαννίνων αλλά και όλης της Ηπείρου.
  Τα Ιωάννινα παρά τη στυγνή τυραννία, αναπτύσσονται συνεχώς. Επί της εποχής του Αλή κορυφώνεται ο αστικός μετασχηματισμός της πόλης και τα Ιωάννινα παρουσιάζονται ως το καλύτερο αστικό κέντρο της προεπαναστατικής Ελλάδας. Ειδικότερα, ο Αλή, για δική του ασφάλεια και πλουτισμό, περιορίζει και διώκει τους μπέηδες τιμαριούχους και διευρύνει τις προϋποθέσεις αστικής ανάπτυξης των Ιωαννίνων. Επισκευάζει το φρούριο (1812-1815), ανοίγει δρόμους προς Αρτα, Θεσσαλία και Παραμυθιά, υποτάσσει τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, κτίζει ανάκτορα, ιδρύει στρατιωτική σχολή με Γάλλους καθηγητές, στην οποία έμελλε να φοιτήσουν οι επισημότεροι οπλαρχηγοί της ελληνικής Επανάστασης και ευνοεί την ανάπτυξη των εμπορευματικών σχέσεων. Κατά την εποχή αυτή, η τοπική αγορά των Ιωαννίνων, συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων του Ελλαδικού χώρου. Όσα συντελέστηκαν, επί δύο αιώνες στα Ιωάννινα, είχαν επιπτώσεις και στο ιδεολογικό υπόβαθρο των Ιωαννιτών. Οι περισσότεροι απ΄αυτούς, φέρονται ως θιασώτες των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης. Η ιδεολογική αυτή μεταβολή, δεν είναι ξένη με τον άμεσο και αναντίρρητο προσανατολισμό των Ιωαννιτών προς τη ιδέα της απελευθέρωσής τους και προς τα κηρύγματα του Ρήγα και της Φιλικής Εταιρείας.
  Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ένας από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, καταγόταν από τα Ιωάννινα, ούτε ότι από το 1816 και μετά πολλοί έμποροι, πολιτικοί και διανοούμενοι Ιωαννίτες φέρονται να έχουν μυηθεί σ΄ αυτήν. Εξάλλου, από αδιάψευστες πηγές, καταμαρτυρείται η δράση των Ιωαννιτών Φιλικών, μέσα στην πόλη και μάλιστα μέσα στην αυλή του Αλή πασά. Απ΄αυτούς σημαντικότεροι φέρονται οι Μάνθος Οικονόμου, Αλ. Νούτσος , Γ. Τουρτούρης, Ι. Κωλέττης, Ι. Βηλαράς, Σπ. Κολοβός κ.ά. Από το 1819 και μετά, τα Ιωάννινα, εκτός από πνευματικό κέντρο του νέου Ελληνισμού, καθίστανται συγχρόνως και το σπουδαιότερο πολιτικό κέντρο εθνικής κίνησης και διαφώτισης. Το 1822 τα Ιωάννινα καταλαμβάνονται από τον Χουρσίτ πασά και ο Αλής σκοτώνεται στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο νησάκι της λίμνης Παμβώτιδος. Όσο διαρκούσε η πολιορκία των Ιωαννίνων, ξεκινούσε κατά τον Μάρτιο του 1821, η Ελληνική Επανάσταση, στην οποία, λόγω της παρουσίας πολυάριθμου τουρκικού στρατού στην Ήπειρο , δεν έλαβαν ενεργό μέρος οι Ιωαννίτες και οι Ηπειρώτες. Καθ' όλη τη διάρκεια του Αγώνα, τα μισοκατεστραμμένα Ιωάννινα, διαδραμάτισαν βάση εξόρμησης του τουρκικού στρατού προς την αγωνιζόμενη Ρούμελη. Με τη λήξη του Αγώνα, τα Ιωάννινα δεν ευτύχησαν να συμπεριληφθούν στα απελευθερωθέντα διαμερίσματα, που σχημάτισαν το Ελληνικό Κράτος. Τα Ιωάννινα απελευθερώθηκαν την 21η Φεβρουαρίου του 1913. Τέλος κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, τα Ιωάννινα καταλήφθηκαν προσωρινά από ιταλικά στρατεύματα, από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1917, και από τότε και έπειτα, ακολούθησε την τύχη της υπόλοιπης Ελλάδας.

Το κείμενο παρατίθεται τον Μάιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Ιωαννιτών


Σελίδες επίσημες

Ο χώρος

  Η πόλη των Iωαννίνων, στο κέντρο του ομώνυμου λεκανοπεδίου, απλώνεται στις όχθες της λίμνης Παμβώτιδος καθώς και στην χερσόνησο μήκους 500 μέτρων που σχηματίζεται σε αυτήν. To γεγονός ότι η πόλη περιβάλλεται από βουνά την κατέστησε - όπως και ολόκληρη την περιοχή της Hπείρου - αρκετά απομονωμένη αλλά ταυτόχρονα και ανεξάρτητη από τα κατά καιρούς κέντρα εξουσίας.
  Κατά την Ύστερη Aρχαιότητα, σύμφωνα με τον Laterculus Veronensis έναν κατάλογο των επαρχιών της Αυτοκρατορίας, o oποίος χρονολογείται μεταξύ 328 και 337, η Ήπειρος αποτελούνταν από δύο τμήματα: Την Epirus Nova (= Nέα Ήπειρος), με πρωτεύουσα το Δυρράχιο, η οποία οριζόταν στα βόρεια από την επαρχία Πραιβαλίδος, στα ανατολικά από την επαρχία Μακεδονίας και στα νότια από την Epirus Vetus (= Παλαιά Ήπειρος). Η Epirus Vetus, στην οποία ανήκε και η περιοχή της πόλης των Ιωαννίνων, είχε ως πρωτεύουσα τη Nικόπολη. Από τον Θ΄ αιώνα η περιοχή των Ιωαννίνων αποτέλεσε τμήμα του Θέματος Νικοπόλεως, το οποίο δημιουργήθηκε στα πλαίσια της νέας πολιτικής και στρατιωτικής οργάνωσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τα ακριβή όρια του Θέματος Νικοπόλεως δεν μας είναι γνωστά. Για τον λόγο αυτόν δεχόμαστε συμβατικά τα όρια της εκκλησιαστικής επαρχίας Νικοπόλεως, έτσι όπως ήταν διαμορφωμένα κατά την μέση βυζαντινή περίοδο, δηλαδή βόρεια τα Ακροκεραύνεια όρη και νότια ο Κορινθιακός κόλπος.

Το κείμενο παρατίθεται τον Μάιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Ιωαννιτών


Ύστερη Βυζαντινή περίοδος (1204-1453 μ.Χ.)

"Το Δεσποτάτο"

  Το 1082, τα Ιωάννινα καταλαμβάνονται από τον Βοημούνδο, γιο του Ροβέρτου Γυισκάδου.Το 1185, πιθανολογείται καταστροφή των Ιωαννίνων από το Νορμανδικό πεζικό, υπό την αρχηγία του Γουλιέλμου Β', βασιλιά της Σικελίας.
  Το 1204, τα Ιωάννινα καταλαμβάνονται από τον Μιχαήλ Αγγελο Κομνηνό, ο οποίος εγκαθιδρύει έτσι τη δυναστεία των δεσποτών της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Αρτα.
  Έκτοτε τα Ιωάννινα θ' ακολουθήσουν τις ιστορικές εξελίξεις του καλούμενου Δεσποτάτου της Ηπείρου, το οποίο, εκτεινόμενο από το Δυρράχιο μέχρι τη Ναύπακτο, θα διαδραματίσει ρόλο προπυργίου του βυζαντινού φεουδαρχισμού, στις αλλεπάλληλες επιδρομές των Φράγκων, Βενετών, Αλβανών και Σέρβων.
  Επί των ημερών του Μιχαήλ Α' του Αγγέλου τα Ιωάννινα φέρονται ν' αναπτύσσονται και να ευημερούν. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, κατά την περίοδο αυτή, συγκεντρώνονται στα Ιωάννινα επίσημοι και λόγιοι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, μετά την κατάληψη αυτής, από τους Φράγκους. Επίσης, κατά την περίοδο αυτή περί το 1206, σημειώνεται ανακαίνιση των τειχών του φρουρίου και ίδρυση στο μικρό νησί της λίμνης Παμβώτιδας, στη Μονή Σπανού,της Σχολής Φιλανθρωπινών και στην αρχαιότατη Μονή του Αγίου Νικολάου Στρατηγοπούλου, της ομώνυμης Σχολής.
  Οι δύο μονές θα αποτελέσουν αργότερα τον πυρήνα της μεγάλης καλλιτεχνικής ανάπτυξης που γνώρισε το Νησί, κυρίως κατά τον 16ο αιώνα.
  Το 1265, τα Ιωάννινα παραχωρούνται από τον Νικηφόρο Α' Αγγελο Κομνηνό, στον αυτοκράτορα Νίκαιας, Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, το 1282, τα Ιωάννινα επανέρχονται στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, υπό την εξουσία του Νικηφόρου Α' του Αγγέλου Κομνηνού. Κατά την περίοδο αυτή, σημειώνεται και η μεταφορά της έδρας του εκκλησιαστικού πρωθιερέα του Δεσποτάτου στα Ιωάννινα, η επισκοπή των οποίων φαίνεται να αναβαθμίζεται σε μητρόπολη, λόγω της ίδρυσης στην Ναύπακτο καθολικής αρχιεπισκοπής, με την παραχώρηση της πόλης στον Φίλιππο Ταραντίνο.
  Το 1296, με τον θάνατο του Νικηφόρου Α' Αγγέλου Κομνηνών, αναλαμβάνει την εξουσία των Ιωαννίνων και της Ηπείρου, η χήρα του Αννα ως επίτροπος του γιου τους Θωμά Α'. Κατά την επιτροπεία της, επιτυγχάνεται η υποστήριξη των Βυζαντινών προς αποφυγή των πιέσεων των Ανδεγαυών. Έτσι, στέλνεται στα Ιωάννινα, αυτοκρατορικός στρατός, υπό τον Ιωάννη Λάσκαρη, ο οποίος στη συνέχεια κηδεμονεύει το Δεσποτάτο, σύμφωνα με τις θελήσεις του αυτοκράτορα του Ανδρόνικου Β'.
  Το 1318, με τη δολοφονία του Θωμά Α', τελευταίου της δυναστείας των δεσποτών της Ηπείρου, Αγγέλων Κομνηνών, τα Ιωάννινα συγκεντρώνουν την προσοχή και τις βλέψεις των Βυζαντινών, των Ανδεγαυών και των Σέρβων. Τελικά, τα Ιωάννινα υποτάσσονται στο Βυζάντιο, ύστερα από την επέμβαση του Ιωάννη Συργιάννη από το Βεράτιο, ο οποίος έπεισε τους Ιωαννίτες, να υποταχθούν στον Ανδρόνικο Β', ώστε να αποκτήσουν την ευμένειά του. Σ' αυτή τη συμφωνία υποταγής, οφείλονται τα δύο χρυσόβουλα (1319 και 1321) του Ανδρόνικου Β', τα οποία είναι πολύ αποκαλυπτικά για την ιστορία των Ιωαννίνων και για την εξέλιξη των φεουδαλικών σχέσεων.
  Κατά την περίοδο της Βυζαντινής κυριαρχίας, στα Ιωάννινα , την εξουσία ανέλαβαν διαδοχικά, ο Νικόλαος Ορσίνη, επονομασθείς Ιωάννης Β' Κομνηνός Αγγελοδούκας, η σύζυγός του Αννα Παλαιολογίνα, ως επίτροπος του γιου τους Νικηφόρου Β' και τέλος ο Ιωάννης Αγγελος.   Το 1339 η βυζαντινή κυριαρχία στα Ιωάννινα, διακόπτεται από την κατάληψή τους από τους Σέρβους. Τα Ιωάννινα, το 1367, αποδέχονται ως ηγεμόνα τους τον Θωμά Πρελούμπο ή Πρελούμποβιτς, του οποίου η εξουσία αναδείχθηκε άκρως τυραννική, αφού κατεδίωξε άγρια και φορολόγισε τους Ιωαννίτες, εξόρισε τον μητροπολίτη τους και δήμευσε την εκκλησιαστική περιουσία, την οποία λέγεται ότι μοίρασε στους Σέρβους οπαδούς του.
  Έναντι αυτού του στυγνού καθεστώτος, οι Αλβανοί Ιωαννίτες φέρονται, κατά μια πληροφορία, ότι ζήτησαν προστασία από τους κυριαρχούντες στην Ήπειρο, Αλβανούς φυλάρχους. Έτσι, αρχίζουν οι αλβανικές επιδρομές κατά των Ιωαννιτών, οι οποίες οδήγησαν το δεσπότη Θωμά , το 1375, σε επισκευή και ανακαίνιση του φρουρίου των Ιωαννίνων.
  Το 1384, λήγει η τυραννική δεσποτεία του Θωμά Πρελούμποβιτς και αναλαμβάνει την εξουσία της πόλης η χήρα του, Μαρία Αγγελίνα Παλαιολογίνα. Το 1386, έναντι της απειλής των Αλβανών φυλάρχων, αναγνωρίζεται δεσπότης της πόλης των Ιωαννιτών ο Μπουοντελμόντι, ο οποίος επαναφέρει τη μητρόπολη στην έδρα της και εφαρμόζει συνετή διοίκηση απέναντι στους κατοίκους. Όμως ο Μπουοντελμόντι, πιεζόμενος από τις συνεχείς αλβανικές επιδρομές και πολιορκούμενος από τον Σπάτα, αναγκάζεται να ζητήσει την προστασία του σουλτάνου Μουράτ Α', οπότε και σημειώνεται η πρώτη παρουσία τούρκικων δυνάμεων στα Ιωάννινα.
  Με τον θάνατο του Μπουοντελμόντι, κατά το 1408/9, την εξουσία αναλαμβάνει ο Κάρολος Α' Τόκκος, δούκας της Κεφαλληνίας, ο οποίος αφού την χάσει από τον Μπουά Σπάτα, την ανακαταλαμβάνει το 1417/8 και τη διατηρεί μέχρι και το θάνατό του, το 1429. Ο Κάρολος Α' Τόκκος αναπτύσσει τα Ιωάννινα οικονομικά και πνευματικά και ισχυροποιεί το δεσποτάτο. Τον Κάρολο Α' διαδέχεται ο Κάρολος Β' Τόκκος.

Το κείμενο παρατίθεται τον Μάιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Ιωαννιτών


Έχετε τη δυνατότητα να δείτε περισσότερες πληροφορίες για γειτονικές ή/και ευρύτερες περιοχές επιλέγοντας μία από τις παρακάτω κατηγορίες και πατώντας το "περισσότερα":


GTP Headlines

Λάβετε το καθημερινό newsletter με τα πιο σημαντικά νέα της τουριστικής βιομηχανίας.

Εγγραφείτε τώρα!

Αναχωρησεις πλοιων

Διαφημίσεις