Ιστορία ΑΜΦΙΛΟΧΙΑ (Δήμος) ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ - GTP - Greek Travel Pages

Πληροφορίες τοπωνυμίου

Εμφανίζονται 3 τίτλοι με αναζήτηση: Ιστορία  στην ευρύτερη περιοχή: "ΑΜΦΙΛΟΧΙΑ Δήμος ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ" .


Ιστορία (3)

Ανάμεικτα

(Αρχαία γεωγραφία και ιστορία)

ΑΡΓΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΚΟΝ (Αρχαία πόλη) ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ
  Πρωτεύουσα του αρχαίου κράτους της Αμφιλοχίας που βρίσκεται πάνω απ’ το Ν.Α. τμήμα του μυχού του Αμβρακικού κόλπου στις όχθες του ποταμού Ινάχου.
   Κατά τη μυθική παράδοση ήταν αποικία του Πελοποννησιακού Αργους, που ιδρύθηκε μετά την άλωση του Ιλίου από Φυγάδες Αργείους υπό τον Αμφίλοχο, γυιό του Αμφιαράου, ο οποίος και έδωσε το όνομα της ιδιαίτερης πατρίδας του στην πόλη (Θουκυδ. Β’ 68. Παυσ. Β’ 18,5*. Απολλόδ. Γ' 7,7. Στέφ. Βυζ. Εν. Λ. «Αμφιλοχίοι») ή από τον αδελφό του Αμφιλόχου Αλκμαίωνα («Έφορος» Στράβ. Ζ' 325 κ. εξ.).
   Κατ’ άλλη άποψη, πιθανώς επειδή η πεδιάδα ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων παραθαλάσσια να καλείτο Αργος και να κατοικήθηκε για πρώτη φορά από κατοίκους της γειτονικής Αμβρακίας, αποικίας των Κορινθίων. Αυτό συμπεραίνεται ίσως και από μαρτυρία του Θουκυδίδη σύμφωνα με την οποία, πολλές γενιές μετά την ίδρυση του Αμφιλοχικού Αργους εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό και αναμίχτηκαν με τους κατοίκους του, Αμβρακιώτες, που προσκλήθηκαν απ’ τους Αμφιλόχους σαν «συγκάτοικοι» για την αντιμετώπιση προφανώς εχθρικού κινδύνου κατά της χώρας. Απ’ τη συνύπαρξη αυτή οι Αργείοι εξελίχθηκαν χρησιμοποιούντες έκτοτε τη Δωρική διάλεκτο, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Αμφιλόχους, - Ηπειρώτες στην καταγωγή - που μνημονεύονται σαν Βάρβαροι ή σαν μη Έλληνες, προφανώς επειδή η διάλεκτός τους ήταν για τους άλλους Έλληνες ακατανόητη. Νωρίς όμως οι νέοι άποικοι έδιωξαν τους παλαιούς κατοίκους της πόλης και έγιναν μόνοι κύριοι αυτής.
   Οι Αργείοι τότε έθεσαν τους εαυτούς τους κάτω από την προστασία των Ακαρνάνων και ζήτησαν τη βοήθεια των Αθηναίων, οι οποίοι έστειλαν ναυτικές δυνάμεις υπό τον Φορμίωνα. Μετά την άφιξη αυτού το Αργος κυριεύτηκε, οι Αμβρακιώτες κάτοικοί του πουλήθηκαν σαν δούλοι και εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό Αμφίλοχοι και Ακαρνάνες μαζί, των οποίων οι σχέσεις έγιναν στενότερες. Πιθανόν τότε να ορίστηκε να συνέρχονται σε κοινό δικαστήριο που έδρευε στις Όλπες (αρχαία πόλη κοντά στη σημερινή Μπούκα, Θέση Αγριλοβούνι) για την επίλυση των διαφορών τους (πρβλ. Θουκυδ. Γ. 105, 1).
   Το καλοκαίρι του 430 π.Χ. οι Αμβρακιώτες βοηθούμενοι από Χάονες και άλλους Βαρβάρους, εισέβαλαν στην Αμφιλοχία και έγιναν κύριοι της υπαίθρου φτάνοντας μέχρι το Αργος. Δεν μπόρεσαν όμως να καταλάβουν την πόλη και επέστρεψαν στην πατρίδα τους. (Θουκυδ. Β’ 68,9).
   Το ίδιο επαναλήφθηκε λίγα χρόνια αργότερα το 426 π.Χ. Οι Αμβρακιώτες εκστράτευσαν εναντίον του Αργους και κατέλαβαν τις οχυρωμένες Όλπες, όπου οι δυνάμεις τους ενισχύθηκαν απ’ το στρατηγό των Λακεδαιμονίων Ευρύλοχο. Τους Ακαρνάνες και Αμφιλόχους έσωσε τότε η επέμβαση του Αθηναίου στρατηγού Δημοσθένη στον οποίο ανατέθηκε και αρχηγία του στρατού.
   Αυτός νίκησε πρώτα τους ενωμένους αντιπάλους στις Όλπες - όπου σκοτώθηκε ο Ευρύλοχος - και ακολούθως τους Αμβρακιώτες στο στενό της Ιδομένης.
   Κατά τον Θουκυδίδη - που περιγράφει τα γεγονότα αυτά λεπτομερώς - θα επιτυγχάνονταν απ' το Δημοσθένη και αυτή η άλωση της ίδιας της Αμβρακίας. Όμως οι Ακαρνάνες και οι Αμφίλοχοι φοβούμενοι τυχόν εγκατάσταση σ' αυτήν των ισχυρών Αθηναίων, υπόγραψαν συμφωνία μετά τη λήξη των εχθροπραξιών με τους Αμβρακιώτες τους οποίους και θεωρούσαν λιγότερο επικίνδυνους γείτονες (πρβλ. Θουκυδ. Γ’ 114, 3).
   Οι γνώσεις για την ιστορία του Αμφιλοχικού Αργους και της Αμφιλοχίας κατά τους δύο επόμενους αιώνες (4ο και 3ο π.Χ.) είναι λίγες. Γύρω στο 390 π.Χ. αναφέρεται συμμαχία Ακαρνάνων, Αιτωλών και Αργείων (Αμφιλόχων) προς τη Σπάρτη (πρβλ. Ξενοφ. Αγησ. Β’ 20).
   Ακολούθως φαίνεται πως ο εκ των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, βασιληάς της Μακεδονίας Κάσσανδρος υπόταξε του Αμφιλόχους και τους Αμβρακιώτες. Λίγο αργότερα ο γυιός του Κασσάνδρου, Αλέξανδρος, επειδή ήλθε σε σύγκρουση με τον αδελφό του Αντίπατρο, ζήτησε τη βοήθεια του βασιληά της Ηπείρου Πύρρου, ο οποίος πήρε σαν «μισθό» τις Συμφαία και Παραναία της Μακεδονίας και «των επικτήτων εθνών Αμβρακίαν, Ακαρνανίαν, Αμφιλοχίαν» (Πλουτ. Πύρρ. 6).
   Απ’ τους τελευταίους χρόνους του γ’ π.Χ. αιώνα οι Αργείοι μαζί με τους άλλους Αμφιλόχους ανήκουν στη Αιτωλική Συμμαχία.
   Γύρω στο 190 π.Χ. η Αμφιλοχία καταλαμβάνεται απ’ τον Φίλιππο το Γ’, αλλά παρέμεινε Μακεδονική για ελάχιστο διάστημα, καθότι τον επόμενο χρόνο (189 π.Χ) απελευθερώνεται απ’ τον στρατηγό των Αιτωλών Νίκανδρο και επανασυνδέεται με την Αιτωλική Συμμαχία (Πολύβ. ΚΑ’ 25, 3 Λίβ. ΧΧΧΧΙΙΙ 3,3 Κ. εξ.).
   Συγχρόνως μνημονεύεται λεηλασία της χώρας απ’ τον Περσέα. Την ίδια χρονιά επίσης (189 π.Χ.) ο Ρωμαίος ύπατος, Φούλβιος Νοβιλίωρ, μετά τη κατάληψη της Αμβρακίας έφτασε μέχρι το Αμφιλοχικό Αργος και στρατοπέδευσε κοντά σ’ αυτό. Όμως τελικά άφησε την πόλη και την υπόλοιπη χώρα στους Αιτωλούς - οι οποίοι στο μεταξύ είχα αποδεχτεί τους όρους ειρήνης των Ρωμαίων - και επέστρεψε στην Αμβρακία. Οι Αργείοι και άλλοι Αμφίλοχοι παρέμειναν στην Αιτωλική Συμμαχία μέχρι το 167 π.Χ. οπότε και αποσκίρτησαν, αφού πιθανώς συγκρότησαν δική τους αυτόνομη πολιτική κοινότητα. (πρβλ. Διόδ. ΧΧΧΙ 8,6 εκδ. Dind.). Με την ίδρυση της Νικόπολης απ’ τον Οκταβιανό Αύγουστο - σε ανάμνηση της νίκης το 31 π.Χ. στο Ακτιο - το Αμφιλοχικό Αργος παρακμάζει και ερημώνεται, επειδή οι κάτοικοί του καθώς και άλλων περιοχών της Β.Δ. Ελλάδας μετώκησαν στη νέα πόλη. (Παλατ. Ανθολ. Ζ’ 553). Παρ' όλα αυτά η πρωτεύουσα των Αμφιλόχων Αργος, μνημονεύεται και από μερικούς μεταγενέστερους συγγραφείς (Πλίν. Nat. Hist IX, 5’ Πτολεμ. Γεωργ. Γ’ 14, 6).
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται τον Αύγουστο 2003 από τουριστικό φυλλάδιο του Δήμου Αμφιλοχίας (1997, Β Έκδοση).

Μάχες

Σελίδες επίσημες

ΜΕΝΙΔΙ (Δήμος) ΑΜΦΙΛΟΧΙΑ
Εισαγωγή. Το Μενίδι ανήκει διοικητικά στο νομό Αιτωλοακαρνανίας, έχει περίπου 2.500 μόνιμους κατοίκους, ενώ τους καλοκαιρινούς μήνες ο πληθυσμός του σχεδόν διπλασιάζεται εξαιτίας των τουριστών και των μεταναστευμένων στα μεγάλα αστικά κέντρα Μενιδιωτών που επαναπατρίζονται.
  Στην περιοχή - η οποία βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Μενιδίου - δεν έχει γίνει ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη ιστορική έρευνα (με την βοήθεια της αρχαιολογικής σκαπάνης), έτσι ώστε να τεκμηριωθεί, ιστορικά, η συνέχεια του τόπου από την αρχαιότητα έως σήμερα.
Αρχαία Ιστορία: Τα πρώτα σημάδια ζωής ανακαλύπτουμε πριν από 4000 χρόνια και αυτό το μαρτυρούν τα υπολείμματα αρχαίων τειχών που βρίσκονται στο Παλιόκαστρο και στην Καστριώτισσα, οικισμοί του Δήμου σήμερα. Η περιοχή εντάσσεται, κατά την αρχαιότητα, στα όρια του Αμφιλοχικού Αργους και ανήκε στην Αιτωλική συμπολιτεία και συνόρευε με τους αρχαίους Αμβρακιώτες (σημερινοί Αρτινοί).
  Οι ιστορικοί διαφωνούν ως προς την τοποθεσία των αρχαίων πόλεων στην περιοχή, καθώς δεν έχουν γίνει εκτεταμένες ανασκαφές, με αποτέλεσμα την ύπαρξη πολλών θεωριών - αντιφατικών συνήθως μεταξύ τους - για το τι επικρατούσε κατά την αρχαιότητα. Ο ιστορικός Ταξ. Βλαχοδήμος - Λεπενιώτης αναφέρει τα εξής : "Ιδομένη, πολίχνη του Αμφιλοχικού Αργους, βρισκόταν επί του όρους Θυάμου (Μακρυνόρος ή Σπάρτον όρος )". Κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου οι κάτοικοι βρίσκονται στο πλευρό των Αθηναίων και των Ακαρνάνων. Μάλιστα αναφέρουν οι ιστορικοί, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το Παλιόκαστρο, έλαβε χώρα μεγάλη μάχη μεταξύ Ακαρνανών- έχοντας τη βοήθεια των Αθηναίων- και των Αμβρακιωτών με ήττα των δεύτερων (426 - 425 π.Χ.).
  Πάντως η ακριβής τοποθεσία της Ιδομένης παραμένει ακαθόριστη. Επίσης ένας άλλος ιστορικός, ο Hewzey που περιπάτησε τη Φλωριάδα, κατά το 19ο αιώνα, αναφέρει πολλές λεπτομέρειες και εντάσσει τρεις πόλεις κατά την αρχαιότητα, μία στην Καστριώτισσα και την άλλη στο Παλιόκαστρο.
  Κατά την διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων η ευρύτερη περιοχή ανήκε στην Ήπειρο.
  Μεταξύ του 3ου αιώνα μ.Χ. (Βυζαντινή εποχή) οι κάτοικοι θα υποστούν μεγάλες καταστροφές από τις ορδές των Γότθων, Βανδάλων που έκαναν συχνά επιδρομές στην ευρύτερη περιοχή του Βάλτου.
  Μετά την κατάληψη της Κων/πολης από τους Φράγκους (1204) όλη η επαρχία Βάλτου ανήκει στο Δεσποτάτο της Ηπείρου που είχε πρωτεύουσα την Αρτα. Και αυτή την περίοδο γνώρισε αρκετές καταστροφές κυρίως από τις επιδρομές των Σέρβων του Στέφανου Δουσάν που βρίσκονταν σε διαρκή πόλεμο με το Δεσποτάτο της Ηπείρου.
  Περίπου το 1400 μ.Χ., αναφέρουν οι ιστορικοί, μια κωμόπολη γνωρίζει μεγάλη άνθιση (πιθανολογείται ότι ήταν το Παλιοχώρι). Η κωμόπολη είχε χτιστεί στα ερείπια μιας αρχαίας πολιτείας και αναφέρεται ότι κατά την διάρκεια των γιορτών οι κάτοικοι συγκεντρώνονται στην πλατεία του χωριού- πιθανολογείται ότι βρισκόταν στο σημερινό Αγ. Λουκά- ντυμένοι στα φλουριά και γίνονταν ορατοί από τα απέναντι χωριά. Οι θρύλοι αναφέρουν ότι από την περίπτωση αυτή πήρε το όνομα της η Φλωριάδα. Στην ευρύτερη περιοχή της Φλωριάδας (πολιτεία δηλ. με τα πολλά φλουριά) διατηρούνται από την εποχή εκείνη αλλά και από πολύ αργότερα σημαντικά εκκλησιαστικά μνημεία και ναοί. Πνευματικά κέντρα της περιοχής κατά τους αιώνες αυτούς, αλλά και αργότερα, απετέλεσαν τα διάφορα μοναστήρια που βρίσκονται σκορπισμένα μέσα στα απόκρημνα δάση του Μακρυνόρους. Τα πιο σημαντικά ήταν η μονή Ρέθα, καθώς και οι μονές Συγγενών και Δρυμοναρίου στην περιοχή της Φλωριάδας.
Τουρκοκρατία. Από το 1449 η ευρύτερη περιοχή αποτέλεσε σαντζάκι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κατά την διάρκεια του Οθωμανικού ζυγού δραστηριοποιούνται αρματωλοί και κλέφτες, τα κατορθώματα των οποίων έχουν γίνει θρύλος. Η περιοχή δεν θα γνωρίσει στενά τον τουρκικό ζυγό εξαιτίας της ύπαρξης των κλεφταρματωλών.
  Κατά τη διάρκεια της επανάστασης η ανάμειξη των κατοίκων του Βάλτου, σ' αυτήν, ήταν ζωηρή. Η περιοχή του Βάλτου ήταν από τις πρώτες που κήρυξαν την έναρξη του αγώνα για την ελευθερία.
  Ονομαστή θα μείνει η μάχη που διεξήχθη στα στενά του Μακρυνόρους, στη θέση Παλιοκούλια - Λαγκάδα εναντίον των τουρκικών στρατευμάτων του Ισμαήλ που είχαν σταλεί κατά διαταγή του Χουρσίτ, πασά των Ιωαννίνων, να καταπνίξουν την επανάσταση στο Μεσολόγγι. Έγινε σκληρή μάχη, η οποία έληξε με βαριές απώλειες από την πλευρά των Τούρκων εξαναγκάζοντάς τους να γυρίσουν πίσω άπρακτοι και να καθυστερήσει έτσι η προσπάθεια κατάπνιξης της εξέγερσης. Η μάχη αυτή συνέβαλε ως ένα μικρό λιθαράκι στο οικοδόμημα της επανάστασης.
Νεότεροι χρόνοι. Από το 1831 η περιοχή ανήκει στο Ελληνικό κράτος και αποτέλεσε καταφύγιο για πολλούς κατοίκους γειτονικών χωριών που βρίσκονταν ακόμη υπό Τουρκική κατοχή. Έκτοτε οι δεσμοί αυτών των χωριών ισχυροποιήθηκαν και διαρκούν ως σήμερα. Όμως, σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειωθεί ότι η περιοχή παρουσιάζεται χαρτογραφημένη σε διάφορους βενετσιάνικους χάρτες του 17ου αιώνα και αναφέρεται ως Minidi. Επιπλέον περιηγητές του 19ου αιώνα αναφέρουν το Μενίδι ως επίνειο της Αρτας. Για παράδειγμα ο γνωστός σε όλους για τις προσπάθειές του για την αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων, Δημήτριος Βικέλας αναφέρει στο έργο του "Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν" το οποίο εκδόθηκε το έτος 1886 τα εξής : "Από Βόνιτσαν μετέβημεν κατ' ευθείαν εις Μενίδι, εις τον μυχόν του κόλπου. Το Μενίδι είναι το επίνειον της Αρτης. Αλλοτε η συγκοινωνία εγένετο δια της Σαλαώρας ή της Κύπραινας, οπόθεν ο δρόμος είναι τεσσάρων περίπου ωρών, ενώ δια της νέας οδού, από Μενίδι, μεταβαίνει τις εφ' αμάξης εις Αρταν εντός δύο ωρών. Η οδός, δεν είναι περίφημος, άλλ' οπωσδήποτε είναι αμαξιτή. Γίνεται λόγος περί βελτιώσεώς της, πρόκειται δε να κατασκευασθή και άλλη οδός ήτις από Αρταν διευθυνόμενη προς βορράν και διασχίζουσα την ελευθερωθείσαν στενήν λωρίδα της Ηπείρου, θα συνενωθεί δια των στενών της Πίνδου, με το σύμπλεγμα των Θεσσαλικών οδών. Προ δεκαπέντε περίπου ετών το Μενίδι τούτο ήτο η φωλέα της ληστείας. Τις ετόλμα τότε να προσορμισθή εκεί άνευ στρατιωτικής συνοδείας; Τα δάση και αι φάραγγες των πέριξ ορέων ήσαν τα κρησφύγετα ενόπλων συμμοριών, οι δε λησταί εύρισκον πρόχειρον καταφύγιον εις την γείτονα επικράτειαν (Τουρκική) οπότε τους εστενοχώρει η καταδίωξις των Ελληνικών αποσπασμάτων. Τούτο ήτο κληρονομία του παρελθόντος. Εις τα άβατα ταύτα όρη οφείλεται η επί Τουρκοκρατίας ύπαρξις των κλεφτών, οίτινες μόνοι εξεπροσώπευσαν διαρκώς την ένοπλον κατά της τυραννίας διαμαρτύρησιν και διετήρησαν το πολεμικόν της Ελληνικής φυλής πνεύμα κατά την μακράν διάρκειαν της δουλείας".
  Επιπλέον στις αρχές του 20ου αιώνα ο συγγραφέας Σπυρίδωνας Παγανέλης στο έργο του "Πάρεργα φύλλα - Από του Σαρωνικού εις τον Αμπρακικόν - Η Αρτα- Τα Τζουμέρκα" (1905) αναφέρει σχετικά με το Μενίδι : "Κατά μέτωπον, λευκόν σημείον, παρά την χλοεράν ακτήν, δεικνύει το Μενίδι, εγγύς δε λόφοι σύνδενδροι, υπό του κύματος βρεχόμενοι, άγουσι προς το ιστορικόν Μακρυνόρος... Αποβαίνει δυσνόητον τίνος ένεκα, αντί του γραφικού και επιχαρίτου Μενιδίου, προεκρίθη η δυσώνυμος Κόπραινα, ως επίνειον της Αρτης, και του όλου τμήματος της ελευθερωθείσης ηπειρωτικής γης"... Και εν τούτοις, το μόλις ημίσειαν ώραν απέχον γραφικώτατον και υγιέστατον Μενίδιον, παρωράθη ως επίνειον, αντί τούτου δε κατεστάθη λιμήν της ελευθέρας Ηπείρου η Κόπραινα, εις ην αναγκαστικώς οφείλουσι ν' αποβιβάζωνται οι σταθεροί της επαρχίας Αρτης, και της πόλεως κάτοικοι, και οι εκτάκτως επισκεπτόμενοι αυτήν".
  Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής οι περιοχές επλήγησαν σημαντικά από την Γερμανική θηριωδία με αποτέλεσμα να καταστραφούν πολλοί οικισμοί. Οι κάτοικοι συμμετείχαν ενεργά στην Εθνική αντίσταση και από τα χωριά του Βάλτου ξεκινούσαν οι αντάρτικες ομάδες για να πλήξουν καίρια τον εχθρό - δυνάστη. Τρανή απόδειξη της ενεργούς συμμετοχής στην Αντίσταση, η καταστροφή της ιταλικής μεραρχίας Brenero, στο όρος Μακρυνόρος και στη θέση Κατσούλη από τις δυνάμεις του Ναπολέοντα Ζέρβα. Ήδη στο χώρο που διεξήχθη η μάχη έχει στηθεί ηρώο για να τιμήσουν την ηρωική δράση.
  Το 1945 οικοδομείται η έδρα του δήμου, το Μενίδι, σε μια περιοχή όπου κατοικούσαν μερικές οικογένειες ψαράδων, στο μυχό του Αμβρακικού κόλπου απέναντι από τον όρμο της Κόπραινας. Οι πρώτοι που κατοίκησαν ήταν κάτοικοι των γύρω οικισμών που είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
  Το 1955 συνενώθηκαν οι κοινότητες Βαλμάδας και Λαγκάδας και δημιουργήθηκε η κοινότητα Μενιδίου. Το 1998, με το πρόγραμμα "Καποδίστριας", ενώθηκαν οι κοινότητες Μενιδίου και Φλωριάδας και σχηματίστηκε ο δήμος Μενιδίου. Για πρώτη φορά οι εκλογές για δήμαρχο έγιναν τον Οκτώβριο του 1998.
  Μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο η ανάπτυξη του Μενιδίου είναι ραγδαία, και από ένα μικρό ψαράδικο χωριό αποτελεί σήμερα ένα τουριστικό θέρετρο, με πλήθος εγχώριων και αλλοδαπών επισκεπτών.
  Το Μενίδι υποστηρίζεται ότι πήρε την ονομασία του από τις πολλές μενίδες, μικρά ψαράκια που βρίσκονταν στην περιοχή εν αφθονία.
Το κεφάλαιο "Σύντομη Ιστορία" γράφτηκε από Θανάση Λ. Καλαμπόκη και βασίζεται σε εργασία της ομάδας των νέων επιστημόνων του δήμου Μενιδίου - Στάθη Πολύζου, Δώρας Παπαβασίλη και Κώστα Τραπεζιώτη.

Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα της Δήμου Μενιδίου


Έχετε τη δυνατότητα να δείτε περισσότερες πληροφορίες για γειτονικές ή/και ευρύτερες περιοχές επιλέγοντας μία από τις παρακάτω κατηγορίες και πατώντας το "περισσότερα":


GTP Headlines

Λάβετε το καθημερινό newsletter με τα πιο σημαντικά νέα της τουριστικής βιομηχανίας.

Εγγραφείτε τώρα!

Αναχωρησεις πλοιων

Διαφημίσεις