EN
Greek Travel Pages

Πληροφορίες τοπωνυμίου

Εμφανίζονται 29 τίτλοι με αναζήτηση: Ιστορία στην ευρύτερη περιοχή: "ΣΕΡΡΕΣ Νομός ΕΛΛΑΔΑ" .


Ιστορία (29)

Ανάμεικτα

Ιστορικό

  Στο δρόμο Σερρών-Καβάλας, αμέσως μετά την Κοινότητα Κορμίστας, στα όρια των νομών Σερρών-Καβάλας, στη βόρεα πλευρά του κατάφυτου όρους Παγγαίου, σε μια θαυμάσια τοποθεσία, σε υψόμετρο 753 μ., βρίσκεται η ιερά Μονή της Παναγίας της Εικοσιφοίνισσας. Είναι ένας από τους δύο (2) ιερούς χώρους της Ανατολικής Μακεδονίας, που συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί πόλο έλξης πλήθους πιστών, που έρχονται να προσκυνήσουν την "αχειροποίητο εικόνα της Θεοτόκου" και να ηρεμήσουν μέσα στο γαλήνιο περιβάλλον της.
  Το όνομα της Μονής, κατά μία από τις τρεις (3) εκδοχές, οφείλεται στο θαύμα της εικόνας της Παναγίας, η οποία έλαμπε και σκορπούσε φως "φοινικούν", δηλαδή κόκκινο, όπως η πορφύρα των Φοινίκων. Απ’ αυτό προέρχεται και η ονομασία: Εικών φοινίσσουσα - Εικών - φοίνισσα - Εικοσιφοίνισσα.
  Η Μονή, ιδίως στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, πρόσφερε πάρα πολλά για τη διατήρηση της Ορθοδοξίας και τους Ελληνισμού στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, ώστε δίκαια προκάλεσε την οργή, αρχικά των Τούρκων και κατόπιν των Βουλγάρων. Αντιμετώπισε επανειλημμένα τις καταστροφικές επιδρομές τους και ανέδειξε πλήθος μαρτύρων.
  Σύμφωνα με πληροφορίες, ο επίσκοπος Φιλίππων Σώζων, που έλαβε μέρος στη Δ Οικουμενική Σύνοδο (Χαλκηδόνα, 451) ίδρυσε ναό και μοναστικό οικισμό στη θέση Βίγλα, 50 μ. ανατολικά της σημερινής Μονής, όπου τα σωζόμενα ερείπια τείχους και πύργου, μαρτυρούν την ύπαρξη αρχαίου μεγάλου φρουρίου. Όλα αυτά εγκαταλείφθηκαν αργότερα, όταν έφθασε εδώ ο πρώτος κτίτορας της Μονής, ο Αγιος Γερμανός (513 μ.Χ.), ο οποίος από πολύ νεαρή ηλικία ασκήτευσε στους Αγιους Τόπους, στην Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου, πλησίον του Ιορδάνη ποταμού. Από τότε και για αρκετούς αιώνες η ιστορία της Εικοσιφοίνισσας είναι τελείως άγνωστη. Αρχαιολογικές ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά τον 11ο αι. κτίσθηκε ξανά το "Καθολικό" της Μονής. Κατά την περίοδο αυτή η Μονή έγινε "Σταυροπηγιακή", δηλ. εξαρτιόταν απ’ ευθείας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
  Νέα λάμψη γνώρισε το Μοναστήρι το έτος 1472, όταν σ’ αυτό αποσύρθηκε, παραιτηθείς από το θρόνου του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αγ. Διονύσιος, που θεωρείται ο δεύτερος κτίτορας της ιεράς Μονής.
  Κατά το μακρύ διάστημα της παραμονής του στη Μονή, ανήγειρε πολλά νέα κτίσματα και επισκεύασε παλαιά. Στην εποχή του το Μοναστήρι απέκτησε μεγάλη ακμή και αίγλη. Έτσι, σύμφωνα με πληροφορία ενός κατάστιχου του 16ου αι., το έτος 1507 ζούσαν στη Μονή 24 Ιερομόναχοι, 3 Ιεροδιάκονοι και 145 Μοναχοί δηλ. συνολικά 172. Αυτοί διέτρεχαν την Ανατ. Μακεδονία και Θράκη, ενίσχυαν τους Χριστιανούς στην πίστη και απέτρεπαν τους εξισλαμισμούς. Η δράση τους αυτή προκάλεσε την οργή των Τούρκων, που την 25/8/1507 κατέσφαξαν και τους 172 μονάζοντες. Δεν κατέστρεψαν το ναό και τα κτίρια, όμως η Μονή παρέμεινε έρημη και ακατοίκητη επί 13 χρόνια.
  Μετά το τραγικό συμβάν της σφαγής, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πέτυχε το 1510 (ή κατ’ άλλους το 1520) να λάβει άδεια του Σουλτάνου για την αναδιοργάνωση της Μονής. Έτσι, με τη βοήθεια δέκα (10) Μοναχών του Αγίου Όρους, μέσα σε δέκα χρόνια προσήλθαν να μονάσουν στη Μονή 50 μοναχοί, διάκονοι και ιερομόναχοι, που είχαν και τη διακυβέρνηση του Μοναστηριού.
  Στα χρόνια που ακολούθησαν η Μονή είχε γίνει πνευματικό και εθνικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Εδώ, ελθών από τις Σέρρες, ο Εμμανουήλ Παπάς, όρκισε τους οπλίτες του και κήρυξε την Επανάσταση.
  Στην Ιερά Μονή λειτουργούσε περίφημη Ελληνική Σχολή. Ιδιαίτερα αξιόλογη ήταν η Βιβλιοθήκη της Εικοσιφοίνισσας. Πριν τη λεηλασία της από τους Βουλγάρους, το έτος 1917, περιελάμβανε 1300 τόμους βιβλίων. Ορισμένα χειρόγραφα ήταν μεγάλης αρχαιολογικής αξίας. Κατά τους αιώνες αυτούς της ακμής, επισκευάσθηκαν και ανεγέρθηκαν πολλά κτίσματα της Μονής. Κατά το 2ο μισό του 19ου αι., αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες: το 1854 πυρκαγιά αποτέφρωσε τη δυτική πλευρά και μέρος της βόρειας, ενώ το 1864 επιδημία χολέρας αποδεκάτισε τους Μοναχούς. Για την ανόρθωση της Εικοσιφοίνισσας φρόντισε ιδιαίτερα ο περιφανής Μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος (1902-1910). Την εποχή αυτή επίφοβοι δεν ήταν μόνο οι Τούρκοι, αλλά και οι Βούλγαροι, που το 1917 σύλησαν τους ανεκτίμητους εθνικο-θρησκευτικούς θησαυρούς της Μονής. Κατά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, πάλι οι Βούλγαροι, ολοκλήρωσαν την καταστροφή βάζοντας φωτιά (έτος 1943) και καίγοντας τα οικοδομήματά της. Η ανοικοδόμηση της Μονής άρχισε πραγματικά το έτος 1965 και μέσα σε μια 15ετία κατόρθωσε να έχει τη σημερινή της εμφάνιση. Σήμερα (έτος 1997) η Μονή αριθμεί 25 Μοναχές. Γιορτάζει στις 15 Αυγούστου στη μνήμη της Παναγίας Θεοτόκου, στις 14 Σεπτεμβρίου στη μνήμη του Τιμ. Σταυρού και στις 21 Νοεμβρίου στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται τον Σεπτέμβριο 2003 από τουριστικό φυλλάδιο της Νομαρχίας Σερρών.


Αξιόλογες επιλογές

ΑΜΦΙΠΟΛΙΣ (Αρχαία πόλη) ΣΕΡΡΕΣ

The Peace of Nicias

Cleon, the most prominent and influential leader at Athens after the Athenian victory at Pylos in 425, was dispatched to northern Greece in 422 to try to stop Brasidas. As it happened, both he and Brasidas were killed before Amphipolis in 422 B.C. in a battle won by the Spartan army. Their deaths deprived each side of its most energetic military commander and opened the way to negotiations. Peace came in 421 B.C. when both sides agreed to resurrect the balance of forces just as it had been in 431 B.C. The agreement made in that year is known as the Peace of Nicias after the name of the Athenian general Nicias, who was instrumental in convincing the Athenian assembly to agree to a peace treaty. The Spartan agreement to the peace revealed a fracture in the coaltion of Greek states allied with Sparta against Athens and its allies because the Corinthians and the Boetians refused to join the Spartans in signing the treaty.

This text is from: Thomas Martin's An Overview of Classical Greek History from Homer to Alexander, Yale University Press. Cited Oct 2002 from Perseus Project URL below, which contains bibliography & interesting hyperlinks.


Β' Παγκοσμίου Πολέμου

Μάχες οχυρού Ρούπελ


Βυζαντινή περίοδος (324-1453 μ.Χ.)

ΡΟΔΟΛΙΒΟΣ (Κωμόπολη) ΣΕΡΡΕΣ

   Το Ροδολίβος μνημονεύεται για πρώτη φορά απ' όσο μέχρι τώρα τουλάχιστον γνωρίζω το 1098, σε ισοκώδικο του μάγιστρου - χαρτουλάριου Νικήτα Αντζά, σύμφωνα με το οποίο ο Αλέξιος Α' Κομνηνός (1081 - 1118) δώρησε το "χωρίον" στη μοναχή - κουροπαλάτισσα Μαρία Βασιλάκινα, σύζυγο του Γρηγορίου Πακουριανού, του μεγάλου δομέστικου της Δύσης, που στη συνέχεια το αφιέρωσε στη μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους για τη σωτηρία της ψυχής του αποθαμένου συζύγου της. Την εποχή αυτή (1098) το Ροδολίβος υπαγόταν στο θέμα Στρυμόνος και Ζαβαλτείας, τμηματική υποδιαίρεση της εκτενέστερης διοικητικής περιφέρειας "Βολερού και Στρυμόνος" και αριθμούσε 13 αγροτικές οικογένειες με εισόδημα 97/24 χρυσά νομίσματα. Το ισοκώδικο του Νικήτα Αντζά έχει ξέχωρη σημασία για την περιοχή του Ροδολίβους αφού, παράλληλα, με τον γενόμενο "περιορισμό" του χωρίου (καθορισμός των ορίων δικαιοδοσίας του) μνημονεύονται γειτονικά τοπωνύμια μερικά από τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα.
  Το αναφερόμενο τοπωνύμιο Βελτζίστου μετονομάσθηκε σε Δόμηρος και το Σιόμαλτο ή Σέμαλτο σε Μικρό Σούλι. Στην πρώτη δημοσίευση της επιγραφής από τον Perdrizet παραλείπονται μερικά γράμματα που σήμερα είναι ευδιάκριτα. Από τα παραπάνω αρχιτεκτονικά μέλη το ιωνίζον κιονόκρανο, ο αμφικιονίσκος παραθύρου και το τμήμα του κίονα προϋποθέτουν ύπαρξη παλαιοχριστιανικού ναού, αποκλείοντας βέβαια την εκδοχή ότι τα μέλη αυτά είναι φερτά. Από αντίγραφο χρυσοβούλου λόγου του Μιχαήλ Θ' (1294 - 1320), συναυτοκράτορα του Ανδρονίκου Β' (1282 - 1328), υπογραφόμενο από τον Πατριάρχη Νήφωνα, πληροφορούμαστε ότι η μονή Ιβήρων εξακολουθεί το 1310 να διατηρεί το "προάστειον Ραδολίου" και την γύρω περιοχή. Στις αρχές του 14ου αι. το Ροδολίβος, σαν μετόχι της πλούσιας μονής Ιβήρων, αναπτύχθηκε σημαντικά, όπως χαρακτηριστικά φαίνεται στον απογραφικό κατάλογο του 1316 που έγινε από τον απογραφέα - ορφανοτρόφο Τρύφωνα Κεδρηνό αριθμεί 222 αγροτικές οικογένειες με 972 συνολικά κατοίκους που πλήρωναν στη μονή Ιβήρων "τέλος" (φόρο) 400 υπέρπυρα που μαζί με τους φόρους των παρακείμενων αγροτικών οικισμών, Οβηλού, Βορισκού και Δοβροβίκειας ανερχόταν σε 520 υπέρπυρα. Από τους οικισμούς αυτούς ο Οβηλός και η Δοβροβίκεια υπαγόταν στο καπετανίκιο Ποπολίας ή Λυκοσχίσματος τοποθετούμενο στις ανατολικές υπώρειες του Παγγαίου, ο δε Βορισκός στο καπετανίκιο Ζαβαλτείας. Η απογραφή του 1316 με τη λεπτομερειακή καταγραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων των κατοίκων του Ροδολίβους μας βοηθεί στην εξέταση της κοινωνικής δομής του "Χωριού" και στη συναγωγή επαγωγικού συμπεράσματος για την αγροτική διάρθρωση των βυζαντινών επαρχιακών μικροκέντρων. Η πλειονότητα των χωρικών ασχολείται με τη γεωργία και ειδικότερα με την καλλιέργεια αμπελιών. Καλλιεργούνται συνολικά 1.400 μόδιοι αμπελιών που ισοδυναμούν με 1.244 σημερινά στρέμματα. Πιθανότατα οι χωρικοί (πάροικοι) του Ροδολίβους δεν είχαν, εκτός από ελάχιστους, δικά τους χωράφια για την παραγωγή δημητριακών προϊόντων. Τέτοιου είδους καλλιεργήσιμες εκτάσεις ανήκαν στην κυριότητα της μονής Ιβήρων που καλλιεργούνταν από τους χωρικούς με τη δεσμευμένη υποχρέωση των "αγγαρειών". Η κτηνοτροφία σε σχέση με τη γεωργία δεν φαίνεται ιδιαίτερα αναπτυγμένη. Τρέφονταν συνολικά 363 πρόβατα, 130 κατσίκια, 46 χοίροι, 87 βόδια, 65 αγελάδες, 49 ονικά ( γαϊδούρια - άλογα ).
  Από την καθαρά γεωργοκτηνοτροφική κοινωνία του Ροδολίβους δεν έλειπαν και οι χρειαζόμενοι τεχνίτες και μικροεπαγγελματίες. Αναφέρονται 9 χαλκείς (σιδηρουργοί), 2 αμαξάδες, 3 πελεκάνοι ( κτίστες ), 7 τζυκαλάδες ( αγγειοπλάστες ), 1 υφάντης, 1 ψιαθάς ( ψαθάς ), 3 καπασάδες ( σαμαροποιοί ), 3 ράπτες και 23 τσαγκάρηδες. αναφορά των τζυκαλάδων στον απογραφικό κατάλογο του 1316 προϋποθέτει την ύπαρξη τοπικού εργαστηρίου κεραμικής και παράλληλα το συμπέρασμα για την ύπαρξη αγγειοπλαστικών εργαστηρίων, όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα (Κωνσταντινούπολη - Θεσσαλονίκη ) αλλά και στις επαρχιακές πόλεις και στα μικροκέντρα των βυζαντινών επαρχιών. Παρατηρούμε δηλαδή την ανάπτυξη - οργάνωση κλειστής κοινωνίας με μια κάποια, δική της αυτάρκεια. Η μέσα σε δυο περίπου αιώνες (1098 - 1316) πληθυσμιακή αύξηση του Ροδολίβους θα πρέπει πιθανότατα να συσχετιστεί με μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών που έγιναν τη χρονική αυτή περίοδο όπως μπορούμε να υποθέσουμε από μνημονευόμενα, στον απογραφικό κατάλογο του 1316, επίθετα χωρικών, όπως π.χ. Στρουμιτζινός,Παφλαγών, Λαμψακηνός, Πρεβιστηνός που δείχνουν τον τόπο προέλευσής τους. Αλλα μνημονευόμενα επίθετα, όπως Μελισσηνός, Χαντρινός, Βρυέννιος, μας θυμίζουν γνωστές βυζαντινές οικογένειες. Η οικονομική κρίση, που έπληξε το Βυζάντιο μετά τον εμφύλιο πόλεμο των Ανδρονίκων, φαίνεται καθαρά και στον δεύτερο, για το Ροδολίβος, απογραφικό κατάλογο του 1341. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις μειώνονται σημαντικά αν και ο πληθυσμός του χωριού σημειώνει μικρή αύξηση. Καλλιεργούνται 1064 μόδιοι αμπελιών έναντι 1.400 του 1316. Οι αγροτικές οικογένειες δεν αυξάνονται αλλά γίνονται περισσότερο πολυμελείς, πράγμα που σημαίνει αύξηση του όρου γεννητικότητας. Η κτηνοτροφία σε σύγκριση με αυτή του 1316 κυμαίνεται στα ίδια περίπου επίπεδα. Τρέφονται 70 βόδια, 130 αγελάδες, 58 ονικά, 83 χοίροι, 215 αιγίδια, 30 πρόβατα. Η μονή Ιβήρων λαμβάνει το έτος αυτό (1341) από το Ροδολίβος 270 υπέρπυρα έναντι των 400 του 1316. Η ύπαρξη αγειοπλαστικού εργαστηρίου έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα έχει εξακριβωθεί, από ανασκαφικά δεδομένα. Ο πληθυσμός του χωριού το 1341 είναι 1060 κάτοικοι έναντι 972 του 1316.
  Συνέπεια τουρκικής επιδρομής οι γειτονικοί οικισμοί Οβηλός και Δοβροβίκεια καταστρέφονται και ερειπώνονται χωρίς ωστόσο να παρατηρηθεί εγκατάσταση των κατοίκων των κατεστραμμένων οικισμών στο Ροδολίβος, που δυνατόν να κατέφυγαν σε ασφαλέστερες περιοχές. Η μονή Ιβήρων και μετά την καταστροφή των δυο οικισμών εξακολουθεί να λαμβάνει το φόρο από τους, στα διάφορα μέρη, διασκορπισμένους κατοίκους που ανερχόταν, μαζί με τα 270 υπέρπυρα του Ροδολίβους, σε 448 υπέρπυρα έναντι των 520 του 1316. Από τα 448 υπέρπυρα έπρεπε η μονή Ιβήρων να πληρώνει στο κράτος "ως κεφάλαιον" 200 υπέρπυρα, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος του 1341 επέβαλε τον διπλασιασμό του παραπάνω ποσού με την επιβολή του "υπέρ ζευγαρατικίου" φόρου. Συμπεραίνεται δηλαδή ότι η οικονομική κρίση που έπληξε το Βυζάντιο, κτύπησε καίρια και τα αγιορείτικα μοναστήρια που σε μια προσπάθειά τους να αναλάβουν οικονομικά ζητούν την κατάργηση των φόρων από τον, νέο κυρίαρχο της περιοχής, Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν (1331 - 1355) που εκμεταλλευόμενος τις διαμάχες του Καντακουζηνού και του Ιωάννη του Ε' κυρίεψε μεγάλα τμήματα της Αυτοκρατορίας καταλαμβάνοντας μάλιστα το 1345 και την πόλη των Σερρών. Με κέντρο τις Σέρρες και σκεπτόμενος ότι η ανακήρυξή του ως "τσάρος των Σέρβων και των Ρωμαίων" θα ήταν νόμιμη εάν ευλογόταν από την εκκλησία προσπάθησε να κερδίσει την επιρροή και την εύνοια του βυζαντινού κλήρου των περιοχών που είχε κατακτήσει, με επικυρώσεις παλαιών χρυσοβούλλων, αυξήσεις προνομίων και δωρεών για τα μοναστήρια του Αθω. Ετσι με χρυσόβουλλο του Ιανουαρίου του 1346 ο Δουσάν απαλλάσσει τη μονή Ιβήρων από το φόρο των 400 υπερπύρων που πλήρωνε για το Ροδολίβος και τα γύρω, από αυτό, κτήματά της ενώ δεύτερο χρυσόβουλλο του Απριλίου του ίδιου έτους επικυρώνει την ισχύ του προηγούμενου.
  Το 1351 η μονή Ιβήρων αποτείνεται στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιωάννη Ε΄ (1341 - 1376) & (1379 - 1391) και πετυχαίνει, χωρίς για λόγους διπλωματικούς να αναφέρει τα προνομιούχα χρυσόβουλλα του Δουσάν, την αναγνώριση της εκκοπής του "υπέρ κεφαλαίου" φόρου, για το Ροδολίβος, που είχε φθάσει στα 480 υπέρπυρα. Η αποκατάσταση της Βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ του 1358 και του 1367. Το 1358 η μεγάλη μεγάλη γεωκτήμων Αννα Τορνίκινα προσφέρει στον στρατοπεδάρχη Αλέξιο και στον πριμικήριο Ιωάννη, γνωστοί στρατηγοί των βυζαντινών στρατευμάτων, συγγενείς της αυτοκρατορικής οικογένειας και ιδρυτές της μονής Παντοκράτορος του Αγίου Όρους, το μισό μερίδιο κτήματός της βρισκόμενο στον γειτονικό οικισμό του Ροδολίβους Βελτζίσθα (σημ. Δόμηρος ή βουλτσίστα) μετόχι της μονής Παντοκράτορος, εάν ελευθερωνόταν από την σέρβικη κυριαρχία. Η ίδρυση του βυζαντινού πύργου στην προς την Αμφίπολη όχθη του Στρυμόνα από τους παραπάνω στρατηγούς το 1367, προϋποθέτει την αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας ενώ λίγα χρόνια αργότερα (1383) η περιοχή πέφτει στα χέρια των Τούρκων.

Το κείμενο παρατίθεται τον Ιούνιο 2005 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Ροδολίβους


  The famed city of Serrhai was destroyed when the Bulgarians set it on fire as they began their retreat in 1913. Its Byzantine monuments were consumed by the flames, with the sole exception of the three-aisled 11th century basilica of Ayioi Theodoroi, now reconstructed, which hints at the former wealth and culture of the second most important city of Macedonia after Thessalonike.
  The sturdy, solid walls of the acropolis still bear witness to the size of medieval Serrhai. The town has a significant place in the history of the 12th and later centuries. It attained its greatest importance in the 14th century during the conflict between Byzantium and the Serbian state; in 1345 Serrhai was captured by the Serb ruler Stefan Dusan.
  In 1371 the then ruler of the city, the Serb John Ugliesa, was defeated in the battle of Maritsa (Evros River) in his attempt to uphold the rights of the entire Orthodox world against the Turks.

By kind permission of:Ekdotike Athenon
This text is cited Nov 2003 from the Macedonian Heritage URL below, which contains images.


Εμφυλίου πολέμου

Μάχες του Μπέλες

Στη διάρκεια του εμφυλίου έγιναν σφοδρές μάχες στο βουνό.


Καταστροφές του τόπου

ΓΑΛΗΨΟΣ (Αρχαία πόλη) ΣΕΡΡΕΣ

Από τον Φίλιππο


Μετακινήσεις πληθυσμών

ΦΑΓΡΗΣ (Αρχαία πόλη) ΣΕΡΡΕΣ

Πιερία - Φάγρης

This was effected by the expulsion from Pieria of the Pierians, who afterwards inhabited Phagres and other places under Mount Pangaeus, beyond the Strymon lpar;indeed the country between Pangaeus and the sea is still called the Pierian gulf.


Ο τόπος κατακτήθηκε από:

ΓΑΛΗΨΟΣ (Αρχαία πόλη) ΣΕΡΡΕΣ

Σπαρτιάτες υπό τον Βρασίδα, 424 π.Χ.


Αθηναίους υπό τον Κλέονα, 422 π.Χ.


Σελίδες εκπαιδευτικών ιδρυμάτων

Η ιστορία των Σερρών


Σελίδες επίσημες

ΑΜΦΙΠΟΛΙΣ (Αρχαία πόλη) ΣΕΡΡΕΣ

Προϊστορικοί χρόνοι
  Η περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα, με το φυσικό της πλούτο, προσέφερε από τα προϊστορικά χρόνια ευνοϊκές συνθήκες ζωής και εγκατάστασης. Ευρήματα από τον οικισμό του λόφου 133, από το νεκροταφείο του οικισμού στο γειτονικό λόφο του Καστά και άλλες κοντινές θέσεις, μαρτυρούν την έντονη παρουσία του ανθρώπου από τη Μέση Νεολιθική Εποχή μέχρι την Πρώιμη Εποχή Σιδήρου (5000-750 π.Χ.).

Πρώιμοι ιστορικοί χρόνοι
  Από τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., με την ίδρυση Ελληνικών πόλεων στις εκβολές του Στρυμόνα, αρχίζει η προοδευτική διείσδυση του Ελληνικού πληθυσμού στη Θράκη, όπως δείχνουν τα αττικά και κορινθιακά αγγεία που βρέθηκαν σε τάφους αρχαϊκής εποχής. Οι πρώτες προσπάθειες αποικισμού στην περιοχή της Αμφίπολης (Εννέα Οδοί) χρονολογούνται στο α´ μισό του 5ου αιώνα π.Χ.

Κλασικοί και Ελληνιστικοί χρόνοι
  Η ίδρυση της Αμφίπολης το 437 π.Χ., στα χρόνια του Περικλή, υπήρξε μεγάλη επιτυχία, για τους Αθηναίους, οι οποίοι προσπαθούσαν για χρόνια να αποκτήσουν έρεισμα στο εσωτερικό της πλούσιας ενδοχώρας. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα (422 π.Χ.) η πόλη αποκτά την αυτονομία της και τη διατηρεί μέχρι την ένταξή της στο Βασίλειο της Μακεδονίας από το Φίλιππο Β (357 π.Χ.). Η Αμφίπολη, στα πλαίσια του Μακεδονικού Βασιλείου, εξακολουθεί να είναι σημαντικό κέντρο εμπορικής και πολιτιστικής δραστηριότητας. Ξεχωριστή σημασία για την πόλη, την εποχή αυτή είχαν τα ιερά της. Η οικονομία της βασιζόταν στο γεωργικό πληθυσμό, που καλλιεργούσε τον "εύκαρπο αυλώνα του Στρυμόνα". Μεγάλος όμως ήταν και ο αριθμός των εμπόρων, των βιοτεχνών, των τεχνιτών και των δούλων. Η έντονη εμπορική ζωή της πόλης αντικατοπτρίζεται στις πλούσιες σειρές των νομισμάτων της και την εγκατάσταση σε αυτήν βασιλικού νομισματοκοπείου στην εποχή των Μακεδόνων. Η ευμάρεια της πόλης υποστηρίζεται από την παραγωγή των τοπικών αγγείων, έργων κοροπλαστικής, γλυπτικής και μικροτεχνίας αντικειμένων που απηχούν την καθημερινή ζωή της πόλης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον την περίοδο αυτή παρουσιάζει ο "εφηβαρχικός νόμος", χαραγμένος σε εντυπωσιακή μαρμάρινη στήλη, ο οποίος δίνει πολλές πληροφορίες για τους κανόνες της εκπαίδευσης των νέων.

Ρωμαϊκοί χρόνοι
  Μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.), η Αμφίπολη ορίζεται πρωτεύουσα της Πρώτης Μερίδας της Μακεδονίας. Η ρωμαϊκή εποχή είναι για την Αμφίπολη άλλη μια περίοδος ακμής, μέσα στα πλαίσια της κοσμοκρατορίας των Ρωμαίων. Ως σταθμός της Εγνατίας οδού και με την υποστήριξη των ρωμαίων αυτοκρατόρων, όπως ο Αύγουστος και Αδριανός, η πόλη ακμάζει οικονομικά και αυτό φαίνεται από τα μνημειακά κτίρια με ψηφιδωτά δάπεδα και τα έργα γλυπτικής, αγγειοπλαστικής και μικροτεχνίας, που έχουν έλθει στο φως με τις ανασκαφές.

Παλαιοχριστιανικοί χρόνοι
  Με το τέλος του αρχαίου κόσμου (4ος αιώνας μ.Χ.) η έκταση της πόλης μειώνεται. Η μεταφορά, όμως, στην Κωνσταντινούπολη και η καθιέρωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, ευνοούν τη δυναμική συνέχεια της ζωής στην Αμφίπολη και στους Πρώιμους Χριστιανικούς αιώνες, όπως δείχνουν οι Παλαιοχριστιανικές Βασιλικές, με τα περίτεχνα ψηφιδωτά και τον εντυπωσιακό αρχιτεκτονικό διάκοσμο. Ο λοιμός του 6ου αιώνα μ.Χ. και οι μετακινήσεις Σλαβικών πληθυσμών στη συνέχεια, οδηγούν σε νέα συρρίκνωση της Αμφίπολης που διαλύεται ως αστικό κέντρο.

Βυζαντινοί χρόνοι
  Το οικιστικό ενδιαφέρον μετά τον 9ο αιώνα μ.Χ. μετατοπίσθηκε στις εκβολές του Στρυμόνα, όπου αναπτύχθηκε μια σημαντική πόλη-λιμάνι γνωστή με το όνομα Χρυσούπολις. Στα ερείπια της Αμφίπολης, στις βορειοδυτικές παρυφές των λόφων, αναπτύχθηκε μικρός οικισμός, το Μαρμάριον, ο οποίος εξυπηρετούσε τις ανάγκες στάθμευσης των ταξιδιωτών, που διάβαιναν τον ποταμό Στρυμόνα από το πέρασμα που ήταν γνωστό ως "Πόρος του Μαρμαρίου".

Μεταβυζαντινοί χρόνοι
  Τελευταία αναφορά για το Μαρμάριο γίνεται το 1547 μ.Χ. από τον περιηγητή P. Belon. Από τον 18ο αιώνα στη θέση του Μαρμαρίου αναφέρεται ένα νέο χωριό, το Νεοχώριον. Στους πρώιμους Οθωμανικούς χρόνους το βασικό οικιστικό και εμπορικό κέντρο στην περιοχή παρέμεινε η Χρυσούπολις, την οποία αργότερα διαδέχθηκε το μικρότερο σε έκταση οθωμανικό κάστρο του Ορφανίου, 6 χλμ. ανατολικότερα και σε απόσταση 3 χλμ. από την παραλία. Η εμπορική και βιοτεχνική κίνηση, ωστόσο, στο δέλτα του Στρυμόνα και στο στόμιο του ποταμού συνεχίσθηκε σε όλη την Τουρκοκρατία.
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται τον Αύγουστο 2003 από τουριστικό φυλλάδιο της Νομαρχίας Σερρών.



ΒΙΣΑΛΤΙΑ (Αρχαία περιοχή) ΣΕΡΡΕΣ

Βισάλτες (Η καταγωγή και η ονομασία τους)
  Οι Βισάλτες ήταν Θράκες στην καταγωγή και μιλούσαν διάφορες γλώσσες. Σχετικά με την προέλευση του ονόματος των Βισαλτών ελάχιστες πληροφορίες από τους αρχαίους υπάρχουν. Το όνομα Βισάλτης ή Βισάλτιος έλαβε το όνομά του από τον Βισάλτην τον γιο του Ηλιου και της Γης.
Θέση και έκταση
  Η αρχαία Βισαλτία ανήκε στο χώρο της αρχαίας Μακεδονίας. Αυτή βρίσκεται μεταξύ του όρους Βερτίσκος, που ήταν το δυτικό της σύνορο, του Στρυμόνα και της Κερκινίτιδος λίμνης, που ήταν το ανατολικό της σύνορο. Βρίσκεται, δηλαδή, στο γεωγραφικό χώρο που περιλαμβάνεται σήμερα η περιοχή της Νιγρίτας και του Σοχού. (...)
Θρησκεία Και Ζωή
  Δύο είναι οι κεντρικοί πόλοι γύρω από τους οποίους στρέφεται η ζωή των Βισαλτών και η προσπάθειά τους προς την πρόοδο και την πολιτιστική ανάπτυξη. Ο Στρυμόνας, που λατρευόταν ως θεός, θεωρούνταν θεϊκό δώρο και το λίκνο των Μαινάδων το Παγγαίο, αποτελεί το κέντρο της αινιγματικής λατρείας του Διονύσου.
  Χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συνέθεταν το χρώμα της κοινωνικής ζωής των Βισαλτών ήταν ότι παρείχαν ελευθερία στις γυναίκες πριν από το γάμο, ενώ απαιτούσαν πίστη από αυτές όταν τις παντρεύονταν. Εκτός από αυτό είχαν τη συνήθεια να πουλούν ως δούλους τα παιδιά τους και να εξαγοράζουν τις γυναίκες τους με πολλά χρήματα από τους γονείς τους.
  Χρησιμοποιούσαν πολύ τον οίνο που ήταν το ιερό ποτό του θεού Διονύσου. Καλλιεργούσαν τα αμπέλια και τα δημητριακά, ενώ ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, την υλοτομία καθώς και την εξόρυξη χρυσού και αργύρου από τα ορυχεία τους,κάτι που τους έκανε πολύ πλούσιους. Πολύ διαδεδομένη ήταν και η καλλιέργεια της ελιάς.
Πολιτική Οργάνωση
  Οι Βισάλτες ήταν προικισμένοι με ψυχικά χαρίσματα, δημιούργησαν θρησκευτικές ιδέες και ήταν εργατικοί, πράγμα που μαρτυριέται από τον πλούτο που απέκτησαν. Είχαν, επίσης, ανεπτυγμένη την αγάπη τους προς τη πατρίδα. Παρόλα αυτά, ήταν ειρηνικός λαός. Όμως, όπως όλοι οι Θράκες, δεν είχαν συναίσθηση της κοινωνικότητας και της κρατικής ενότητας, έτσι ώστε το κράτος τους να έχει τη δύναμη να επιβιώσει και να αντισταθεί στους ποικίλους εχθρούς της περιοχής και κυρίως τους Μακεδόνες. Το πολίτευμα της περιοχής ήταν η Βασιλεία και ο βασιλιάς ήταν ο απόλυτος δεσπότης.
  Οι βασιλείς ήταν φορείς της υπέρτατης εξουσίας και συμπεριφέρονταν προς τους υπηκόους τους, χωρίς να δίνουν σε κανένα συλλογικό όργανο λόγο των πράξεων τους, με πράξεις που είχαν τη σφραγίδα της αγριότητας. Αργότερα όταν υποτάχθηκαν στους Μακεδόνες (479 π.Χ.) διατήρησαν την αυτονομία τους από τον ίδιο το βασιλιά. Μόνο το 342 π.Χ. καταργείται η αυτονομία των λαών της Θράκης.
Οικονομία Και Πολιτισμός
  Το πεδινό του έδαφος επέτρεπε την καλλιέργεια βάμβακος που τότε ήταν περιζήτητη από τους Ευρωπαίους και θεωρούνταν πηγή πλούτου. Στην πεδιάδα των Σερρών καλλιεργούνταν, επίσης και αμπέλια. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία, υπήρχαν, όμως και βαφεία, χαλκουργεία, χρυσοχοΐα, πεταλωτήρια, σιδηρουργεία.

Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Νιγρίτας


  Πρόκειται να γίνει αρχαιολογική έρευνα οπότε τα ανασκαφικά πορίσματα θα μας πληροφορήσουν για την απαρχή κατοίκησης της περιοχής μας.
  Όμως με βάση την προφορική παράδοση και κάποια ιστορικά γεγονότα φαίνεται ότι οι πρώτοι απο τους σημερινούς κατοίκους έφθασαν εδώ στα τέλη του 18ου αιώνα από διάφορες ελληνικές περιοχές και κυρίως από την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία μετά από διωγμούς.
  Οι περισσότεροι απ' αυτούς ήταν βλαχόφωνοι με άκρως ελληνική συνείδηση. Δεν διέφεραν κατά πολύ στα ήθη και τα έθιμα (μεταξύ τους) έτσι που στη νέα τους πατρίδα δεν αντιμετώπισαν προβλήματα προσαρμογής.
  Στα χρόνια που ακολούθησαν και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 22 τη συνθήκη της Λωζάνης του '23 και την ανταλλαγή πληθυσμών ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή προσφυγικές οικογένειες από τη Θράκη, τον Πόντο, την Σμύρνη και αλλού. Οι πρόσφυγες έφεραν το δικός τους πολιτισμό, τις γνώσεις τους, συμβίωσαν με τους πρώτους οικιστές και δημιούργησαν τη σημερινή σύνθεση του πληθυσμού.
  Η λαϊκή αρχιτεκτονική παράδοση της περιοχής μας δεν διαφέρει από την γενική βορειοελλαδίτικη αν και ελάχιστα παραδοσιακά σπίτια έχουν δασωθεί.

Το κείμενο παρατίθεται τον Σεπτέμβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Κερκίνης


   Το μικρό Σούλι θεωρείται το πιο παλαιό χωριό του Παγγαίου. Το όνομά του ήταν Σέμαλτο ή Σιόμαλτον ή Σεμάλτι. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για το όνομα και την ετυμολογία και την εξήγηση των λέξεων αυτών. Η λέξη Σέμαλτος λέγεται ότι προήλθε από την λατινική λέξη "Σεμ" που σημαίνει "ημι" και "Αλτο" που σημαίνει λόφος και η ερμηνεία της είναι "ημίψηλος λόφος". Το όνομα του χωριού αναφέρεται σε βυζαντινές γραφές σε σημείο που ονομαζόταν στα χρόνια του βυζαντίου το όρος Παγγαίο Σεμάλτιο Όρος. Η Σέμαλτος υπαγόταν στον οικισμό της αρχαίας Αμφίπολης. Σε κεντρικό σημείο του χωριού είναι κτισμένο το εκκλησάκι του Αι - Γιάννη όπως δείχνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα και συμφωνούν με την μορφολογία του εδάφους. Υπάρχει πιθανότητα στο λόφο του Αι - Γιάννη να υποκρύπτεται ο τάφος της Ρωξάνης και του Αλεξάνδρου, γιου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τη Ρωξάνη σκότωσε ο γαμπρός του Μ. Αλεξάνδρου, Κάσσανδρος, η οποία είχε συλληφθεί στην Σαμοθράκη. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα αρχαία κείμενα καθ' ομολογία της εφόρου αρχαιολογίας Καβάλας κας Χάιδως Κουκούλη.
  Αργότερα ονομάστηκε Μ. Σούλι από την πανοραμική θέα που έχει και θυμίζει το Σούλι της Ηπείρου . Για κάποιους άλλους η λέξη Σούλι είναι Αλβανική ονομασία και θυμίζει ολόφωτο. Κατά το έτος 1863 από γράμμα του Νομάρχη Δράμας προς την υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη (έτσι λεγόταν η Κυβέρνηση των Μωαμεθανών στην Πόλη) λόγω μεγάλων σμηνών ακρίδας, καταστράφηκε η παραγωγή του Μ. Σουλίου και των γύρω χωριών και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να ζητιανέψουν για να ζήσουν.
  Το 1865 οι κάτοικοι της περιοχής Παγγαίου και Ν. Ζίχνης και των γύρω χωριών δοκιμάστηκαν από την επιδημία της χολέρας και πάρα πολλά ήταν τα θύματα. Μόνο οι κάτοικοι του Σέμαλτος και της Νικήσιανης σώθηκαν γιατί ανέβηκαν εγκαίρως στο Παγγαίο. Τα ανωτέρω δημοσιεύθηκαν στο Μακεδονικό ημερολόγιο το 1970 και είναι μετάφραση από την Τουρκική γλώσσα στην Ελληνική. Εγγράφως του Τούρκου Νομάρχη Δράμας προς την Υψηλή Πύλη (Κωνσταντινούπολη 1893) στην αρχή του Μακεδονικού αγώνα Μεγάλη Παρασκευή κατά την διάρκεια των Θείων Παθών κάποιος ψίθυρος έπεσε στην εκκλησία που σιγά - σιγά έμεινε κραυγή πανικού "οι Κομητατζήδες έρχονται" στην προσπάθεια των πιστών να φύγουν από την εκκλησία και στον γυναικωνίτη ποδοπατήθηκαν γυναίκες και παιδιά. Δεν αναφέρεται ο αριθμός θυμάτων αλλά από τα τοπικά τραγούδια προκύπτει ότι τα θύματα ήταν πολλά. Εδώ τονίζουμε τη συμμετοχή του Σέμαλτος στον Μακεδονικό Αγώνα. Η ανάμειξη του χωριού μας και οι αποστολές που του ανέθεσε η κεντρική επιτροπή του Μακεδονικού αγώνα είχαν δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος λόγου του αμιγούς Ελληνικού Πληθυσμού ήταν η αποθήκευση όπλων και πυρομαχικών για τις ανάγκες του αγώνα, το δεύτερο ήταν η εκτέλεση από τους ενόπλους του χωριού για τις καταδρομικές επιχειρήσεις. Εδώ μπορούν να αναφέρουμε την καταδρομική επιχείρηση που έγινε το 1904 εναντίον της Τσέτας των Βουλγάρων Κομιτατζήδων του Πανίτσα από το Αγιοχώρι Σερρών (Αλιστράτη).
  Ενώ η ανατολική Μακεδονία απελευθερώθηκε από τους Τούρκους και Βουλγάρους το καλοκαίρι του 1913 η περιοχή του Παγγαίου απελευθερώθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1912 από τους προσκόπους σημερινούς Λοκατζίδες του Καπετάν Τσάρα.
   Το Μάιο του 1913 η περιοχή μας καταλήφθηκε από τους Βουλγάρους και οι κάτοικοι του χωριού μας μαζί με τους κατοίκους Παλαιοκώμης Λακωικίων Γενί - Κιόι (Νεοχώρι) Αμφίπολης Κάρνακης, φύγανε για την Βουρβουρού.
  Εκεί στάθηκαν άτυχοι γιατ ί τους θέρισε στην κυριολεξία η επιδημία της χολέρας αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω με μεγάλες απώλειες. Μόλις επέστρεψαν στην πατρίδα τους κηρύχθηκε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος το 1913-1914 όπου πάλι πρόσφυγες αφήνοντας πίσω τα σπίτια τους τα οποία λεηλατήθηκαν.
   Στην συνέχεια τα σπίτια καταστράφηκαν ολοσχερώς από τους Βουλγάρους οι οποίοι τα κατεδάφισαν και χρησιμοποίησαν τα υλικά για να κατασκευάσουν τα οχυρωματικά του έργα και τους νέους τους έστειλαν ομήρους στην Βουλγαρία. Πολλοί από αυτούς δεν άντεξαν τα βασανιστήρια και τις κακουχίες και πέθαναν εκεί. Από την καταστροφή σώθηκε μόνο η εκκλησία και το καμπαναριό, η οποία είχε κτιστεί το 1835 με την φροντίδα του τότε Ιερέα παπά - Κώστα. Όταν όμως άρχισαν οι μάχες μια βόμβα από ένα αγγλικό πλοίο έπεσε και κατέστρεψε την εκκλησία πλην του ιερού. Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψαν οι επιζήσαντες χωριανοί και στεγάστηκαν σε παράγκες μέχρι το 1918. Αρχισαν να ασχολούνται με την γεωργία προέκυψε όμως πρόβλημα αποθήκευσης των αγροτικών προϊόντων τους και το κράτος στην συνέχεια έκτισε δύο αποθήκες. Μεταγενέστερα οι αποθήκες αυτές η μία έγινε κοινοτικό κατάστημα και η άλλη Δημοτικό Σχολείο.
   Το 1923 οι αρχές του χωριού με τον Ιερέα και τα εξαπτέρυγα και τους συχωριανούς μας πήγαν στην Βουρβουρού όπου έκαναν εκταφή των νεκρών (όπου είχαν πεθάνει από τη χολέρα και έφεραν τα οστά τους πίσω στην γενέτειρά τους. Την εποχή εκείνη και κατά το έτος 1924 άλλαξαν το όνομα του χωριού από Σέμαλτο σε Μικρό Σούλι. Στην διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου με αγγαρείες των συχωριανών και των κατοίκων των άλλων χωριών της περιοχής μας οι αρχές κατοχής κατασκεύασαν τον δρόμο που οδηγεί στο κανόνι και στην συνέχεια κατασκεύασαν το Φρούριο προκειμένου να ελέγχουν τον Στρυμωνικό Κόλπο.

Το κείμενο παρατίθεται τον Ιούνιο 2005 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Ροδολίβους


  Τοποθεσίες και παράγοντες του Νομού Σερρών και της επαρχίας Φυλλίδας ειδικότερα, όπως ο τότε διάσημος βασιλιάς Συλέας στην περιοχή του Παγγαίου, αναφέρονται από τους μυθικούς χρόνους. Σύμφωνα με την μυθολογία υποχρέωνε ο Συλέας τους διαβάτες της περιοχής να δουλεύουν στους αμπελώνες του, μέχρι που ο περαστικός Ηρακλής δεν κατέστρεψε μόνο τα αμπέλια, αλλά σκότωσε και τον Συλέα και την κόρη του Ξενοδίκη.
  Στην ίδια περιοχή έλαβε χώρο και ο δέκατος άθλος του Ηρακλή, ο οποίος επιστρέφοντας από την Θράκη διευθέτησε την κοίτη του Στρυμόνα για να απαλλάξει τους κατοίκους της περιοχής από τις συχνές και καταστροφικές πλημμύρες του ποταμού. Aλλη μια αναφορά φέρει τον γιο του Θησέα, Δημοφώνοντα ή Ακάμα, να παντρεύεται την Φυλλίδα, κόρη ντόπιου βασιλιά, για να την εγκαταλείψει λίγο αργότερα, οπότε η δυστυχισμένη βασιλοπούλα αυτοκτόνησε στις Εννέα Οδούς, την σημερινή Αμφίπολη.
  Σαν πρώτοι κάτοικοι των Σερρών αναφέρονται οι Θράκες, ενώ μετά την κατάκτηση της Τροίας εισήλθαν διάφορες Παιονικές και Θράκικες φυλές στην περιοχή, όπως Αγριάνες, Βισάλτες, Ηδωνοί, Μαίδοι, Οδόμαντοι, Οδρύσες, Παίονες, Παιόπλες, Σάτρες, Σιντοί, Σιροπαίονες.
  Η "Φυλλίς" (από την ομώνυμη κόρη του βασιλιά Σιθώνα της θράκης) αποτελούσε κατά την αρχαιότητα ένα από τα τρία τμήματα της Ηδωνικής χώρας, συμπεριλαμβάνοντας τις σημερινές περιοχές Ζίχνης, Αλιστράτης και Δράμας. Η ύπαρξη διάφορων φυλών αποδεικνύεται από νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή της Νέας Ζίχνης.
  Οι παιονικής καταγωγής Ζαιελέοι, που προτιμούσαν να ζουν στα ορεινά και κατοίκησαν γύρω από το Στρυμόνα, αναφέρονται σε νομίσματα που χρονολογούνται από το 520 π.Χ. περίπου. Επίσης αναφέρεται σε Βυζαντινά έγγραφα μια πόλη με το όνομα Ζελίχοβα, Ζιλίχοβα ή Ζηλιάχοβα, που βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από την τοποθεσία της σημερινής Νέα Ζίχνης.
  Ως συγγενικός με τους Ζαιελέους φέρεται ο λαός των Ιχναίων στην περιοχή της Φυλλίδας. Σύμφωνα με της επιστημονικές εκτιμήσεις κόπηκαν τα νομίσματα των Ιχναίων κατά την εποχή των Μακεδόνων βασιλέων στην Ίχνα του Παγγαίου. Βρέθηκε ακόμα και μεγάλος αριθμός νομισμάτων του λαού των Ορρεσκίων, φέροντας τις ίδιες παραστάσεις με τα νομίσματα των Ιχναίων και παραπέμποντας πάλι στους Παιόνες.
  Μαζί με τα άλλα δυο τμήματα, "Κυρίως Ηδωνίς" και "Πιερία", η Ηδωνική χώρα περιελάμβανε εκτός από την Αμφίπολη, που ήταν η σημαντικότερη, πολλές άλλες πόλεις: Ακόντισμα, Γαληψό, Γάζωρο, Δάτο, Δραβήσκο, Ηιόνα, Μύρκινο, Νεάπολη, Οισύμη, Πέρνη, Πίστυρο, Σκαπτή Υλη, Φάγρητα, Φιλίππους.
  Περί τον 4ο π.Χ. αιώνα προσαρτήθηκε η Φυλλίδα στο Μακεδονικό κράτος και απετέλεσε τμήμα της "Επικτήτου Μακεδονίας". Ο βασιλιάς Φίλιππος Β' έκοψε νέου τύπου νόμισμα που ονομάσθηκε "Φιλιππείων" και είχε μεγάλη διάδοση και πέρα των ορίων του Μακεδονικού κράτους. Η ιστορία της σημερινής Νέας Ζίχνης φτάνει μέχρι αρκετά πριν από το 1000 π.Χ. στα βάθη της αρχαίας εποχής. Αν και σχετικές αναφορές και μελέτες διαφωνούν μεταξύ τους, επικρατεί η άποψη ότι, η αρχαία πόλη Ίχναι βρίσκονταν στην τοποθεσία των μεταγενέστερων οικισμών Ζίχνας και Νέας Ζίχνης. Ο σήμερα ερειπωμένος οικισμός της Ζίχνας εγκαταλείφτηκε στης αρχές του 20υ αιώνα.
  Κατά την διάρκεια της Ρωμαϊκής κατοχής και αφού οι Ρωμαίοι κατέκτησαν το 168 π.Χ. την Μακεδονία, το Μακεδονικό κράτος διαλύθηκε και η περιοχή περιλήφθηκε στην επαρχία "Μακεδόνων Πρώτην" με πρωτεύουσα την Αμφίπολη. Χιλιάδες κάτοικοι της περιοχής εξορίστηκαν στην Ιταλία και δεν επέστρεψαν ποτέ. Στη εποχή αυτή περνούσε από την Αμφίπολη η Εγνατία Οδός, ενώνοντας το Δυρράχιο με την Κωνσταντινούπολη. Ένα λιθόστρωτο τμήμα της μεγάλης στρατιωτικής οδού σώζεται στην περιοχή 'Φραγκάλα' κοντά στο σημερινό χωριό Δραβήσκος.
  Με την Βυζαντινή εποχή επήλθε η συγχώνευση των διαφόρων λαών της περιοχής και ο Νομός Σερρών ενσωματώθηκε στην Ζ' επαρχία ("Ιλλυρικού") του Βυζαντινού Κράτους, αργότερα στο λεγόμενο "Θέμα" του Στρυμόνα. Στους επόμενους αιώνες η περιοχή αποτελούσε αντικείμενο εκτεταμένων διαμαχών μεταξύ Βυζαντινών, Βουλγάρων και Σέρβων και οι τοπικές πόλεις έπαθαν πολλές καταστροφές. Το 1345 μ.Χ. εισέβαλαν Σέρβοι κατακτητές, οι οποίοι ερήμωσαν την ύπαιθρο και κατέλαβαν μετά από πολιορκία και την πόλη των Σερρών.
  Εφ' όσον η Οθωμανική αυτοκρατορία επεκτείνονταν, μετά από μια περίοδο πολιτικής αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή κατακτούν οι Τούρκοι το 1375 και την επαρχία της Ζίχνας, υποδουλώνοντας τους τοπικούς κατοίκους με ιδιαίτερη σκληρότητα. Το 1402 περιέρχεται η περιοχή για μικρό διάστημα πάλι στον Μανουήλ Παλαιολόγου, ενώ το 1425 ξαναπέφτει και παραμένει για διάστημα περίπου 500 ετών στους Τούρκους. Περίπου το 1390 εγκαταστάθηκε στην Ζίχνα ο "σούμπασης" Λουζάκος, πρώην διοικητής της Βέροιας και απόγονος του Σουλτάνου του Ικονίου Ιζζεδδίν Καϊκαούς Β' (Izzeddin Kaikaus). Ως υπήκοοι του Λυζάκου ονομάζονταν οι κάτοικοι της περιοχής "Καϊκαούζηδες" ή "Γκαγκαούζηδες". Η ονομασία αυτή χρησιμοποιείται σήμερα πια σπάνια για τους εντόπιους, μη τούρκικης καταγωγής κατοίκους της περιοχής Νέας Ζίχνης. Το επαναστατικό κίνημα του 1821 με εξέχοντα παράγοντα τον Εμμανουήλ Παπά, παρά των εκκλήσεων προς το Ελληνικό Κοινοβούλιο μεμονωμένο και ανυποστήρικτο, εξαλείφθηκε με μια γενική Τούρκικη εκστρατεία στην ευρύτερη περιοχή.
  Ο μακροχρόνιος Μακεδονικός Αγώνας φέρει και την περιοχή της Ζίχνης στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Εφ' όσον η Βουλγαρία με την επίμονη μεθόδευση "Μακεδονικού ζητήματος", που στην ουσία στόχευε αποκλειστικά στην επέκταση του Βουλγάρικου Βασιλείου μέχρι το Αιγαίο, δεν επέτυχε τα επιθυμητά, ακολούθησε η καταστροφική δράση των Κομιτατζήδων. Εκμεταλλευόμενοι την προοδευτική αποδυνάμωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Βούλγαροι επιχείρησαν με κάθε τρόπο το "σπάσιμο" του εθνικού φρονήματος των Μακεδόνων, διώκοντας με ιδιαίτερη αγριότητα το κάθε Ελληνικό στοιχείο. Ο πλέον ορατός κίνδυνος της οριστικής απώλειας της Μακεδονίας ανάγκασε την Αθηναϊκή κυβέρνηση να εγκαταλείψει επιτέλους την παθητική της στάση και να υποστηρίξει τις ανταρτικές ομάδες των Μακεδονομάχων, όπως του οπλαρχηγού καπετάν Δούκα στην περιοχή του Παγγαίου.
  Η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επισφραγίστηκε με τους Βαλκανικούς πολέμους. Ελληνικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το 1912/13 σταδιακά πόλεις και περιοχές του Νομού Σερρών, όπως το 1913 και την περιοχή της Ζίχνης. Παράλληλα διώχθηκαν και οι Βούλγαροι, οι οποίοι όμως υποχωρώντας προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές. Η επόμενη επιδρομή Βουλγάρικων στρατευμάτων το 1916, τώρα ως σύμμαχοι των Γερμανών στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν ακόμα πιο καταστροφική. Έτσι και στην περιοχή της Νέας Ζίχνης προκλήθηκαν απέραντες υλικές καταστροφές, ενώ μεγάλος αριθμός κατοίκων, κυρίως άντρες, εξοντώθηκε στα κάτεργα της Βουλγαρίας.

Το κείμενο παρατίθεται τον Νοέμβριο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, της Δήμου Νέας Ζίχνης


ΝΙΓΡΙΤΑ (Κωμόπολη) ΣΕΡΡΕΣ

  Η Νιγρίτα κατά τη βυζαντινή και την πρώιμη οθωμανική περίοδο αποτελούσε διοικητικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής . Οι παλιότερες γνωστές μαρτυρίες του ονόματος Νιγρίτα βρίσκονται η πρώτη σε οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο των μέσων του 15ου αι. και η δεύτερη στο γνωστό Χρονικό του Σερραίου Παπασυναδινού, στο οποίο αναφέρεται ότι στα 1616 «εγίνην αρχιερεύς εις τας Σέρρας ο κυρ Τιμόθεος ο Καθηγούμενος του Τιμίου Προδρόμου εκ χώρας Νεγρίτα».
  Κατά την ύστερη τουρκοκρατία η Νιγρίτα με τα χωριά της αποτελούσαν ναχιγιέ (δήμο) του καζά Σερρών με επικεφαλής μουδίρη, ο οποίος τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής περιόδου ήταν ελληνικής καταγωγής. Στην πόλη και τα γύρω χωριά δεν κατοικούσαν Βούλγαροι ή βουλγαρόφωνοι, γι΄ αυτό και η πόλη και η περιοχή της χαρακτηρίζεται ελληνόφωνος καi αδιαφιλονίκητος ελληνική ζώνη την ίδια ώρα που τουρκικές αναφορές την αποκαλούν Κιουτσιούκ Γιουνάν (μικρή Ελλάδα).
  Η οικονομική ευμάρεια και πρόοδος των κατοίκων που παρατηρούνται κατά τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα ,αποτυπώνονται στην ίδρυση και πλούσια αγιογράφηση του ναού του Αγίου Γεωργίου ,καθώς και στην παρουσία σημαντικών πνευματικών μορφών ,κυρίως κληρικών. Η παραγωγή άφθονων γεωργικών προϊόντων (δημητριακών, κρασιού, καπνού, βάμβακος, σουσαμιού, γλυκάνισου) η μεταξοσκωληκοτροφία, η βιοτεχνία μεταξωτών υφασμάτων και το ζωεμπόριο αλλά κυρίως η ύπαρξη τοπικών νομισμάτων μαρτυρούν το μέγεθος του εμπορίου και την οικονομική άνθηση που γνώρισε η περιοχή την περίοδο αυτή.
  Σ΄ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, η Νιγρίτα δεν έπαψε να φροντίζει για την παιδεία και τη σύμφωνη με τις ελληνοχριστιανικές παραδόσεις ανατροφή των παιδιών της. Τα σχολεία που λειτουργούσαν από τα μέσα του 19ου αιώνα, μαρτυρούν το ενδιαφέρον της πόλης και της περιοχής για τα γράμματα. Η πνευματική και οικονομική ζωντάνια που υπήρχε στη Νιγρίτα και την περιοχή της,τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, κατέστησαν την περιοχή έτοιμη και ικανή να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του Μακεδονικού αγώνα. Την ίδια εποχή ιδιαίτερη δραστηριότητα γύρω από τη Μακεδονική υπόθεση εκδήλωσε μία από τις σημαντικότερες Nιγριτινές μορφές, ο Αθανάσιος Αργυρός, νομικός με πλούσιο συγγραφικό έργο, πρόεδρος του Παμμακεδονικού Συλλόγου Αθηνών και αργότερα πολιτικός, βουλευτής ν. Σερρών και υπουργός Γεωργίας και Παιδείας.
  Η Νιγρίτα και τα χωριά της γνώρισαν ιδιαίτερα την αγριότητα των Τούρκων κατά τον αφοπλισμό που διενήργησαν οι Νεότουρκοι το 1910 ενώ η κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1912 βρήκε τη Νιγρίτα και την επαρχία της σε αναβρασμό. Στο Μακεδονικό Αγώνα αναδείχθηκε με τη δράση του ο καπετάν-Γιαγκλής, που πολέμησε και στους βαλκανικούς πολέμους για την απελευθέρωση της πόλης.
  Η πόλη μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου μπόρεσε να ξαναβρεί τους ρυθμούς της και να επουλώσει τις πληγές της, ενώ σημαντική ώθηση προκλήθηκε και από τον ερχομό προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής. Ο μεσοπόλεμος βρήκε τη Νιγρίτα στη μεγαλύτερη ακμή της, πληθυσμιακή, οικονομική και κοινωνική. Ευεργετική για την πόλη και την περιοχή ήταν, την ίδια εποχή, η ίδρυση της προσωρινής Μητρόπολης Νιγρίτας (1924-1934) που έδωσε νέα πνοή στην πόλη με την ίδρυση αδελφοτήτων, φιλόπτωχου ταμείου και την ανέγερση περικαλλών εκκλησιαστικών κτιρίων .
  Από την παύση της λειτουργίας της και μετά, οι περιοχές της προσαρτήθηκαν ή συγχωνεύτηκαν με τη μεγαλύτερη και ιστορική Μητρόπολη των Σερρών και από τότε ο Μητροπολίτης Σερρών φέρει τον τίτλο του «Σερρών και Νιγρίτης». Πρώτος ιεράρχης της Μητροπόλεως υπήρξε ο Κύριλλος Αφεντουλίδης προερχόμενος από τη Μητρόπολη Δαρδανελλίων και Λαμψάκου. Επικέντρωσε το έργο του στην εγκατάσταση και περίθαλψη των προσφύγων της νέας επαρχίας του αλλά και στη διαποίμανσή της. Αναχώρησε από αυτήν τον Ιούνιο του 1928 για τη νέα του θέση, ενώ προπέμφηκε τιμητικά από όλο το ποίμνιό του .
  Το μητροπολίτη Κύριλλο διαδέχθηκε στο θρόνο της Μητροπόλεως Νιγρίτας ο από Κυδωνίων Ευγένιος Θεολόγου (ανεψιός του διαπρεπή ιεράρχη του Οικουμενικού θρόνου, Γερμανού Καραβαγγέλη ), ο οποίος εποίμανε θεοφιλώς και θεαρέστως την επαρχία του από τις 28 Ιουνίου του 1928 έως το 1934. Με ενέργειές του συστάθηκε μουσικογυμναστικός σύλλογος και φιλόπτωχον ταμείον ενώ το κύριο ενδιαφέρον του απορροφούσε η περίθαλψη των πασχόντων και η ενίσχυση των ενδεών.
  Σημαντική ήταν η προσφορά της πόλης και ολόκληρης της περιοχής στο έπος της εθνικής αντίστασης στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, κατά την οποία η Νιγρίτα αποτελούσε έδρα του νομού Στρυμόνος και πολλές ήταν οι θυσίες της σε ανθρώπινο και υλικό δυναμικό.

Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Νιγρίτας


  Ο Δήμος Ροδολίβους είναι ένας νεοκλασικός οικισμός που κουβαλάει στην πλάτη του ιστορία χιλιάδων ετών. Βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του Νομού Σερρών σε υψόμετρο 400μ.
  Ποια είναι όμως η ετυμολογία της λέξης Ροδολίβος;
  Για την ετυμολογία της λέξης υπάρχουν τρεις εκδοχές.
  Η πρώτη εκδοχή αναφέρει ότι ο όρος προήλθε από τα τριαντάφυλλα ή ρόδα και λειβάδεια (= Ροδολείβος). Γύρω στο 50 μ.Χ., όλη η περιοχή των Φιλίππων καλλιεργούνταν με τριανταφυλλιές και οι κάτοικοι του Ροδολίβους και του Παγγαίου μετέφεραν από εκεί ριζώματα ή μοσχεύματα και επιδίδονταν με πολύ ενδιαφέρον στην καλλιέργεια αυτή. Ηταν λοιπόν η περιοχή αυτή ένα απέραντο λειβάδι από τριανταφυλλιές. Ετσι όταν ο Απόστολος Παύλος διερχόμενος από την περιοχή αυτή πληροφορήθηκε για τις τριανταφυλλιές, γνωστές από τη βοτανική (ροδή ή τριανταφυλλή), ονόμασε το χωριό Ροδολείβος (δηλ. Ρόδον + Λειβάδι).
  Σύμφωνα με την παράδοση του τόπου, διακριτό παραμένει μέχρι σήμερα το σημείο στο οποίο οι κάτοικοι του Ροδολίβους αποχαιρέτησαν τον Απόστολο Παύλο καθώς οδεύει για την Αμφίπολη για να διδάξει το λόγο του. Το σημείο αυτό βρίσκεται ένα χιλιόμετρο έξω από το χωριό στην τοποθεσία «τοπόλος», που ονομάστηκε έτσι από την παράφραση των λέξεων «Του Παύλου», γαλλικά dePaul, λατινικά Polo και στη συνέχεια ντεπόλος - Τοπόλος.
   Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι ο όρος προέρχεται από Ρόδα + Λιβάς = Ροδολίβος. Η λέξη «λιβάς» σημαίνει σταλαγματιά γιατί τα ροδοπέταλα των τριαντάφυλλων αποστάζονταν και έδιναν το τριανταφυλλόνερο σε πρώτη φάση και ίσως σε δεύτερη το ροδέλαιο σε αυτοσχέδιους αποστακτήρες (άμβυκες - καζάνια).
  Μια τρίτη εκδοχή αναφέρει, ότι η ονομασία του προέρχεται από το ρήμα «λίβω» και «ρόδον» το σύμβολο του μουσικού Ορφέα που έζησε στην περιοχή. Εκεί βρίσκονταν τα αρχαία «Λειβρήθατα», που κατοικήθηκαν από Πιερείς και Θράκες τον 8ο αιώνα π.Χ. και αργότερα μετονομάστηκαν σε «Λείβηθρον Ρόδα». Μάλιστα κάτω από το έδαφος του περνούσε η Εγνατία οδός κατά την Ρωμαϊκή Περίοδο η οποία ενώνει την Αμφίπολη με τους Φιλίππους.
   Αξίζει βέβαια να αναφερθεί ότι το Ροδολίβος ήταν η γενέτειρα του Οικουμενικού Πατριάρχη Νεόφυτου του Η'.
  Το Ροδολίβος είναι ένας από τους πιο παλιούς και αξιόλογους οικισμούς του Παγγαίου και μπορεί να χαρακτηριστεί παραδοσιακός από τη στιγμή που αποτελείται σε ποσοστό 40% από σπίτια χτισμένα πριν το 1920. Πολύ σημαντικό στοιχείο αποτελεί η ύπαρξη αρκετών διατηρητέων αρχοντικών που εμφανίζουν φόρμες νεοκλασσικές και κεντροευρωπαϊκές.
  Αλλά και το δημοτικό διαμέρισμα του Δομήρου, είναι γνωστό από την αρχαιότητα γιατί υπήρξε αρχαία πόλη και ρωμαϊκός σταθμός και κατάφερε να επιζήσει μέσα στους αιώνες έως σήμερα.
  Οσο για το δημοτικό διαμέρισμα του Μ. Σουλίου, έιναι ένας ιστορικός οικισμός με παρουσία στην αρχαιότητα, που αποδεικνύεται από τα ίχνη αρχαίου οικισμού στην περιοχή «Ζαρβανίκια». Είναι επίση γνωστή και η μεγάλη προσφορά των κατοίκων του χωριού στον Μακεδονικό αγώνα.

Το κείμενο παρατίθεται τον Ιούνιο 2005 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, του Δήμου Ροδολίβους


ΡΟΔΟΛΙΒΟΣ (Κωμόπολη) ΣΕΡΡΕΣ

Η "Χρυσή" δεκαετία του 1920

  Στη δεκαετία του 1920, το Ροδολίβος γνωρίζει τεράστια οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη, λόγω της καλλιέργειας και της επεξεργασίας του καπνού. Την εποχή εκείνη λειτουργούσαν 7 καπνομάγαζα (χώροι επεξεργασίας του καπνού), που απασχολούσαν περίπου 2000 καπνεργάτες.
  Την ευημερία των κατοίκων του χωριού τη φανερώνουν τα υπέροχα και επιβλητικά νεοκλασικά κτίρια, που χτίστηκαν την δεκαετία του '20, αρκετά από τα οποία σώζονται ακόμη και σήμερα. Ακόμη ιδρύονται σύλλογοι (Αθλητικοί, Μουσικοδραματικός, Ορειβατικός), οι οποίοι δίνουν συναυλίες, ανεβάζουν θεατρικές παραστάσεις, διοργανώνουν αθλητικούς αγώνες συμβάλλοντας γενικότερα στην πολιτιστική άνθηση του τόπου.
  Εκτός όμως από αυτά, υπήρχε στο Ροδολίβος και εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος το οποίο σώζεται ως σήμερα (ο γνωστός μύλος του Ναλμπάντη).
  Την εποχή αυτή το Ροδολίβος πλησιάζει τους 7000 κατοίκους, οι οποίοι εξυπηρετούνταν από τα πάρα πολλά καταστήματα όπως υφασματοπωλεία, ξενοδοχεία, ιατρεία, οδοντιατρεία, φαρμακεία, φορολογικά και ασφαλιστικά γραφεία πρακτορεία αυτοκινήτων κ.ά.
  Η περίοδος όμως της ακμής και της οικονομικής ευμάρειας δεν κρατάει για πολύ. Η διεθνής οικονομική κρίση, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ο εμφύλιος που ακολουθεί, επηρεάζουν και το Ροδολίβος. Έτσι ο πληθυσμός της κωμόπολης ανέρχεται στις 5000 περίπου τη δεκαετία του '50. Από τη δεκαετία του '60 και ύστερα, αρχίζει η μετανάστευση που μειώνει ακόμη περισσότερο τον πληθυσμό του Ροδολίβους. Ο σημερινός πληθυσμός του Ροδολίβους σύμφωνα με την απογραφή του 2001 πλησιάζει τους 2900 κατοίκους.

Το κείμενο παρατίθεται τον Ιούνιο 2005 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Δήμου Ροδολίβους


Συνοπτική ιστορία των Σερρών

  Η πόλη των Σερρών, κτισμένη σ' ένα από τα πιο ταραγμένα σταυροδρόμια της Ευρώπης, πέρασμα αναρίθμητων στρατών και λαών, είναι μια από τις λίγες αρχαίες πόλεις του πολύπαθου ελληνικού χώρου που κατόρθωσε να διατηρήσει αδιάλειπτη ζωή από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι σήμερα. Πρώτη φορά εμφανίζεται στην ιστορία στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Την αναφέρει ο Ηρόδοτος με το όνομα Σίρις και τον εθνικό προσδιορισμό ¨Παιονική¨, τους δε κατοίκους Σιροπαίονες. Μετά τον Ηρόδοτο, τη μνημονεύει ο Θεόπεμπος ως Σίρρα, το εθνικόν Σιρραίος. Αργότερα, ο Ρωμαίος Τίτος Λίβιος την αποκαλεί Siras (= Σίραι, στον πληθυντικό) και την εντοπίζει στην Οδομαντική. Τέλος, ο Στέφανος Βυζάντιος γράφει: ¨Σίρις εν Παιονία¨ και ¨Σιριοπαίονες¨.
  Το αρχαιότερο επιγραφικό μνημείο που διασώζει τη γραφή ¨Σιρραίων πόλις¨ είναι ρωμαΐκής εποχής και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών. Με το όνομα Σέρραι μνημονεύεται από τον 5ο αιώνα μ.Χ. και αργότερα με την παραλλαγή Φέρραι. Το όνομα Σίρις προέρχεται, ίσως, από την λέξη σίριος = ήλιος.
  Αρχαιολογικά ευρήματα από την πρώτη ιστορική εποχή των Σερρών ελάχιστα διασώθηκαν: μερικά μελανομβαφή όστρακα του 6ου ή του 7ου αιώνα π.Χ. στην Ακρόπολη. Πλουσιότερα είναι τα ευρήματα της ρωμαϊκής εποχής: μαρμάρινες πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις και επιγραφές επιτάφιες, τιμητικές και αναθηματικές.
  Κατά τον 5ο αιώνα, οι Σέρρες αναφέρονται σαν έδρα Επισκοπής και τον 6ο αιώνα είναι μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της 7ης Επαρχίας του Βυζαντινού κράτους. Από τον 8ο αιώνα, ο ρόλος των Σερρών στην Ελληνική ιστορία γίνεται πρωταγωνιστικός και η πόλη θεωρείται η πιο επίσημη ανάμεσα στο Νέστο και Στρυμόνα. Οι βυζαντινοί συγγραφείς την αποκαλούν: «μέγα και θαυμαστόν άστυ», «ισχυράν», «αναγκαίαν», «καλήν», «πλουσίαν», «μεγίστην», «αρίστην», «μητρόπολιν», «θεοφρούρητον» κ.λπ.
  Κατά τον Μεσαίωνα έπαθε πολλές καταστροφές, μερικές ολοκληρωτικές και σκλαβώθηκε αρκετές φορές, μα τελικά επέζησε. Το φθινόπωρο του 1204, παραδόθηκε στους Φράγκους σταυροφόρους, που ξεκίνησαν να ελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους και σκλάβωσαν ένα χριστιανικό κράτος. Το 1205 ο τσάρος των Βουλγάρων Ιωάννης Α΄ κυρίευσε τις Σέρρες αιχμαλώτισε τη φραγκική φρουρά, αποκεφάλισε τους αξιωματούχους της και κατέστρεψε συνθέμελα την πόλη. Το 1221 περιήλθε στο Δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο, το 1230 όμως, ο Βούλγαρος τσάρος Ιωάννης Β΄ αιχμαλώτισε και τύφλωσε το Θεόδωρο στη μάχη της Κλοκοτινίτσας και κατέλαβε τις Σέρρες. Την πόλη αναγκάστηκε να παραδώσει ο Βούλγαρος φρούραρχος Δραγωτάς μετά από ξαφνική επίθεση το 1245 στον Αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Βατάτζη. Από τους Ελληνες, που κατάφεραν στο μεταξύ να ξαναπάρουν την Κωνσταντινούπολη, απέσπασε τις Σέρρες το 1345, ύστερα από μακρά πολιορκία, ο κράλης της Σερβίας Στέφανος Ντουσιάν. Απομεινάρια της Σερβικής κατοχής είναι μέρος των τειχών της Ακρόπολης και ο μεγάλος πύργος, που σύμφωνα με την επιγραφή του "έκτισεν ο Ορέστης" πιθανά ο γνωστός από έγγραφα Ελληνας "καθολικός κριτής" και "ο επί του στρατού".
  Το σερβικό κρατίδιο των Σερρών, μετά την ήττα των Σέρβων από τους Τούρκους στο Τζερνομιάνο (Έβρου) το 1371 διαλύθηκε και η πρωτεύουσα του Σέρρες περιήλθε στο Βασιλιά της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Β΄. Μα δεν έμεινε σε ελληνικά χέρια πολύ καιρό. Την κατέλαβαν οι Τούρκοι προσωρινά το 1373 και οριστικά το1383, εβδομήντα χρόνια πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης.
  Τα αρχαιότερα έργα γλυπτικής που βρέθηκαν στις Σέρρες είναι της ρωμαϊκής εποχής. Δείγματα ζωγραφικής δεν έχουμε από την αρχαιότητα. Η ζωγραφική παρουσίασε ακμή στις Σέρρες κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο. Σπουδαίο κέντρο μιας αδιάλειπτης ζωγραφικής κίνησης υπήρξε το περίφημο μοναστήρι του Προδρόμου Σερρών, που ιδρύθηκε το 1276. Στο μοναστήρι υπάρχουν εικονογραφίες του 14ου αιώνα, από τις πιο ενδιαφέρουσες στη χώρα μας.
  Το παλιότερο και πολυτιμότερο κτίριο των Σερρών είναι ο αναστηλωμένος ναός των Αγίων Θεοδώρων (Παλιά Μητρόπολη), μεγάλη ορθογώνια ελληνιστική βασιλική, τρίκλιτη. Η αρχική κατασκευή της ανάγεται σε χρόνους παλαιοχριστιανικούς και κατά καιρούς δέχτηκε διάφορες προσθήκες και επισκευές. Κτήριο αξιόλογο είναι και ο Άγιος Νικόλαος στην Ακρόπολη, κοιμητηριακός ναός με κρύπτη, πιθανόν του 11ου αιώνα . Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά μνημεία των αρχών ίσως του 14ου αιώνα είναι και οι ναοί του Αγίου Γεωργίου Κρυονερίτη και του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Προδρομούδι).
  Παλιά αρχοντικά και ιδιωτικά κτίρια δεν διασώθηκαν στις Σέρρες εξαιτίας των πολλών καταστροφών και ιδιαίτερα της τελευταίας πυρπόλησης του 1913. Χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής μακεδονικού ρυθμού, είναι το σπίτι του Ζαπάρα που σώζεται στην Απάνω Καμενίκια.
  Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι Σέρρες μεγαλώνουν πολεοδομικά. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο Τούρκος συγγραφέας Χατζηκάλφας τις αποκαλεί ¨πόλη των σοφών¨ και το 1668 ο Τούρκος περιηγητής Ελβιγιά Τσελεμπί τις αναφέρει σαν τρίτη σε μέγεθος και σπουδαιότητα ανάμεσα στις δέκα μεγαλύτερες πόλεις της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Αξιόλογα είναι πολλά τουρκικά οικοδομήματα, που δείχνουν την επιμιξία της ανατολικής και βυζαντινής τέχνης. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα και ομορφότερα τεμένη της Ευρωπαικης Τουρκίας, φημισμένο άλλοτε για την χάρη και κομψότητά του είναι το τέμενος Αχμέτ Πασά, του 1492. Ενα άλλο μνημείο, το Τζιντζιρλί Τζαμί, παρουσιάζει επίσης σημαντικά αρχιτεκτονικά χαρίσματα. Από τα παλιότερα κοσμικά τουρκικά κτίσματα διασώθηκε το Μπεζεστένι, που χρησιμοποιούνταν για κλειστή αγορά πολυτελών εμπορευμάτων και σήμερα είναι Αρχαιολογικό Μουσείο. Κτίστηκε πιθανότατα το 1385.
  Οι Σερραίοι πήραν μέρος σε όλες τις προεπαναστατικές κινήσεις των υποδούλων Ελλήνων κατά το απίστευτα μεγάλο χρονικό διάστημα της σκλαβιάς και πλήρωσαν ακριβά τον ασίγαστο έρωτά τους στην ελευθερία. Ηρωϊκές σερραϊκές μορφές της Επανάστασης του 1821, αναδείχτηκαν ο Εμμανουήλ Παπάς, με την τραγική τύχη ολόκληρης της οικογένειας του και ο συγγραφέας του Αγώνα Νικόλαος Κασομούλης. Κατά τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας, τότε που δεν υπήρχε ο σιδηρόδρομος, κυριαρχούσε στη θάλασσα η πειρατεία και οι μεταφορές γίνονταν με καραβάνια, η χρυσή πεδιάδα των Σερρών και ο απέραντος πλούτος της σε δημητριακά και κτηνοτροφικά προϊόντα συντέλεσαν ώστε η πόλη να γνωρίσει μεγάλη εμπορική ακμή.
  Εγινε σπουδαίο διακομιστικό κέντρο συγκεντρώνοντας εμπόρους και αγοραστές απ' όλο τον κόσμο. Ξακουστά ήταν τα υφαντά των Σερρών, το βαμβάκι, τα άλογα, τα βουβάλια και τα εξαίρετης τέχνης πήλινα αγγεία της.
  Στις Σέρρες, κυρίως από τον 17ο αιώνα του Διαφωτισμού, ανυψώθηκε η παιδεία και καλλιεργήθηκαν εντατικά τα γράμματα. Περίφημες ήταν οι Σχολές των Σερρών, που συντέλεσαν στην ανάπτυξη σπουδαιότατης πνευματικής κίνησης. Σ' αυτές δίδαξαν κατά καιρούς πολλές φωτεινές προσωπικότητες. Εδώ ιδρύθηκε και το πρώτο διδασκαλείο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Τουρκία και Ελλάδα, το 1872. Απ' αυτό αποφοίτησε μεγάλος αριθμός δασκάλων, οι οποίοι σκορπίζοντας σε όλα τα μέρη του Ελληνισμού, έγιναν αποφασιστικά εθνικά όργανα διαφωτισμού και αφύπνισης του Γένους. Για την ίδρυση και συντήρηση των σχολείων βοήθησαν οικονομικά πολλοί Σερραίοι ευεργέτες.
  Η πόλη κατά την περίοδο του Μακεδονικού αγώνα (1904 - 1908), υπήρξε μαζί με την Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι, βασικό κέντρο οργάνωσης και καθοδήγησής του. Στο τέλος του Β΄ Βαλκανικού πολέμου, ένα μεγάλο τμήμα των Σερρών πυρπολήθηκε και ερειπώθηκε από τους Βουλγάρους που υποχωρούσαν. Αλλά, είχαν σημάνει πια οι καμπάνες της ελευθερίας ύστερα από δουλεία 530 χρόνων. Έφτασε η πιό μεγάλη ώρα των Σερρών. Στην τυραννισμένη πολιτεία μπήκε η VII Ελληνική μεραρχία. Ο μέραρχος Ναπολέοντας Σωτήλης με προκήρυξη που εξέδωσε στις 28 Ιουνίου 1913, εξήγγειλε ότι «απελευθερώνει και καταλαμβάνει τας Σέρρας και προσκαλεί τους κατοίκους ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσης και θρησκεύματος, να επανέλθουν εις τας ειρηνικάς των ασχολίας».

Κείμενο: Γιώργου Καφταντζή. Από τον τουριστικό οδηγό του Δήμου Σερρών "Σέρρες" - Δεκέμβριος 1994
Το κείμενο παρατίθεται τον Μάρτιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Σερρών


Εικονογραφημένη Ιστορία των Σερρών

Η Εικονογραφημένη Ιστορία των Σερρών του Βασίλη Τζανακάρη αποτελείται από δύο τόμους, τον Α' και τον Β' και όλες οι ενότητες (που περιλαμβάνονται στις ιστοσελίδες) αποτελούν μέρος του έργου αυτού:
1. Χρονολόγιο των Σερρών *
2. Γενικά για την Ιστορία των Σερρών
Θέματα
Αμφίπολη **
Τουρκοκρατία
Σερραίοι Αγωνιστές
1. Εισαγωγή
2. Γκογκαλάκης Μητρούσης ***
3. Δούκας Δούκας ****
4. Εμμανουήλ Παπάς*****
Μεσοπολεμικά Χρόνια
1. Το θρυλικό "Σχέδιο πόλεως Σερρών"
2. Α' Παγκόσμιος Πόλεμος
Πόλεμος & Κατοχή
1. Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
2. Βουλγαρική Κατοχή
3. Εθνική Αντίσταση
4. Η θυσία των Κερδυλίων******
Απελευθέρωση
1. Μέρες απελευθέρωσης
2. Εκλογές & άλλες εκδηλώσεις

Σημείωση σύνταξης: Το gtp.gr παρέθεσε το Μάρτιο 2003 στις ιστοσελίδες του τα ακόλουθα κείμενα, στα σχετικά τοπωνύμια:
* Πόλη των Σερρών, Ιστορία
** Αρχαία Αμφίπολις, Κεντρική σελίδα
*** Μητρούσι, Βιογραφία
**** Παγγαίο, Βιογραφία
***** Εμμανουήλ Παππάς, Ιστορία
****** Νέα Κερδύλια, Ιστορία


Ιστορία των Σερρών

Υπό Πέτρου Θ. Πέννα. Περιληπτική Εξιστόρησις των μέχρι της Αλώσεως υπό των Τούρκων ιστορικών περιπετειών της πόλεως των Σερρών


  Είναι τόπος με μακραίωνη ιστορία. Υπάρχουν μνημεία της παλαιολιθικής εποχής, αλλά και αναφορές του Ομήρου και του Ηροδότου. Οι αρχαίοι κάτοικοί του ήρθαν από τη Λήμνο.
  Σταθμός στην ιστορία του Σιδηροκάστρου υπήρξε η θρυλική μάχη του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, που με ορμητήριο την πόλη των Σερρών κατανίκησε τους Βουλγάρους το 1014 στη θέση "Κλειδί", στο Ρούπελ της Σιντικής, δίπλα σχεδόν στο Σιδηρόκαστρο. Υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος του οικοδομήματος του Ελληνισμού, ανασχετικός των βουλγαρικών επιδρομών.
  Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1383 το Σιδηρόκαστρο έπεσε στα χέρια των Τούρκων για να παραμείνει κάτω από την οθωμανική σκλαβιά 529 ολόκληρα χρόνια. Επτά έως οκτώ χιλιάδες Τούρκοι κατοίκησαν στην ελληνική αυτή πολιτεία τα χρόνια που ακολούθησαν την κατάκτησή με αποτέλεσμα το Δεμίρ Ισάρ, όπως μετέφρασαν στη γλώσσα τους την ονομασία της, να είναι άλλοτε έδρα συντάγματος στρατού και άλλοτε μουφτή, καϊμακάμη και δήμου.
  Στα 1912 έπαψε να υπάρχει ο τουρκικός ζυγός και στα 1913 ο βουλγαρικός. Έτσι το Σιδηρόκαστρο ξαναπήρε την παλιά του ονομασία, τα αλλοεθνή μνημεία χάθηκαν, τα τεράστια πλατάνια που στόλιζαν τις πλατείες και τις γειτονιές κόπηκαν και η πόλη πήρε τη σημερινή της μοντέρνα μορφή. Τον Οκτώβριο του 1912 το Σιδηρόκαστρο αριθμούσε 3.000 Τούρκους, 1.000 Έλληνες, 400 Ρωμιόγυφτους, 200 Κιρκάσιους και 50 Βούλγαρους, με σύνολο κατοίκων 4.650. O Βουλγαρικός στρατός υπήρξε αρχικά ιδιαίτερα εκδικητικός προς τους Τούρκους κάτοικους του Σιδηροκάστρου και αργότερα προς το ελληνικό στοιχείο της πόλης και της περιοχής, που πλήρωσε την ελευθερία του με ομαδικές σφαγές και ανείπωτα βασανιστήρια.
  Στις 27 Ιουνίου μπήκε στο Σιδηρόκαστρο μία ελληνική ίλη ιππικού με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό Ιωαννίδη και το απελευθέρωσε, υψώνοντας τη γαλανόλευκη πάνω στο βράχο της Ακρόπολης που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης. Η αιματηρή εποποιία της Κρέσνας είχε λήξει με θρίαμβο για τα ελληνικά όπλα, αλλά τα βάσανα των Σιδηροκαστρινών δεν είχαν τελειωμό.
  Ύστερα από μερικά χρόνια, και αφού προηγουμένως θα δεχθούν το μεγαλύτερο μέρος της προσφυγιάς από το πυρπολημένο Μελένικο, θα δουν τους Βουλγάρους να κατηφορίζουν για δεύτερη φορά το Μάιο του 1916. Η είδηση θα παγώσει τους Σιδηροκαστρινούς και χιλιάδες από αυτούς θα ακολουθήσουν το 21ο Σύνταγμα πεζικού, που είχε μέχρι τότε έδρα του την πόλη, στην πορεία του προς τις Σέρρες, για να αναγκαστούν τελικώς να ξαναγυρίσουν πίσω, όταν όλοι οι δρόμοι διαφυγής τους είχαν αποκλειστεί από τις χιλιάδες βουλγαρικού στρατού που κατηφόριζε με ταχύτητα από τα στενά της Κρέσνας. Ακολούθησε το μαρτύριο της ομηρίας και της εκτόπισης, αλλά και ο θάνατος εκατοντάδων Σιδηροκαστρινών από τις κακουχίες και την πείνα.
  Τον Απρίλιο του 1941, ύστερα από την παράδοση των οχυρών του Ρούπελ και την είσοδο των Γερμανών στη χώρα μας, οι Βούλγαροι που τους ακολούθησαν κατέλαβαν για τρίτη φορά το Σιδηρόκαστρο στις 3 Μαΐου. Νέα δεινά, που κράτησαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια, ανέμεναν τους Έλληνες κατοίκους του, προκειμένου να εκβουλγαριστούν τα κατακτημένα εδάφη από τους φασίστες του Βόρι. Όμως για μια ακόμη φορά οι κατακτητές αποχώρησαν και έτσι οι Σιδηροκαστρινοί αισθάνθηκαν πάλι το ζείδωρο αέρα της Ελευθερίας να τους χαϊδεύει τα πρόσωπα.
  Απελευθερώθηκε το 1944.

Το κείμενο παρατίθεται τον Απρίλιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Σιδηροκάστρου


Προϊστορικοί Χρόνοι
   H περιοχή της αρχαίας πόλης κατοικείται από την εποχή του χαλκού, σύμφωνα με εργαλεία και αντικείμενα που έχουν βρεθεί και ανήκουν στη συγκεκριμένη περίοδο.
Κλασικοί - Ρωμαϊκοί Χρόνοι
  Στα κλασικά χρόνια, η περιοχή αναφέρεται από τον Αισχύλο στις «Ικέτιδες» και το Θουκυδίδη στην «Ιστορία» και οι κάτοικοί της, οι Βισάλτες θεωρούνται Πελασγικής καταγωγής. Οι αρχαίοι ιστορικοί (Ηρόδοτος, Στράβων) αναφέρουν ότι οι Έλληνες του νότου χρησιμοποιούσαν τη λίμνη του Αχίνου και τους παρόχθιους οικισμούς της περιοχής ως γέφυρα για να επικοινωνούν με την πλούσια ενδοχώρα της Φυλλίδας και να εκμεταλλεύονται τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές (ξυλεία, μεταλλεύματα κ.λπ.).
  Βάσει της επιτύμβιας επιγραφής η περιοχή ταυτιζόταν με την κώμη Ολδηνών, αλλά μετά την ανακάλυψη των ψηφισμάτων η περιοχή ταυτίζεται με την αρχαία Βέργη.
  Μέχρι σήμερα έχουν αποκαλυφθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα που ανήκουν σε διάφορες περιόδους της αρχαιότητας, από τον 6ο αιώνα μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Μεταξύ των άλλων, μαρμάρινα μέλη αγαλμάτων, χάλκινα αγαλματίδια, πήλινα ειδώλια, λυχνάρια, τα τμήματα αγγείων, και τα νομίσματα διαφόρων εποχών πιστοποιούν τη μακρόχρονη ιστορία της πόλης. Επίσης, στο νεκροταφείο του οικισμού αποκαλύφθηκαν πολυάριθμοι τάφοι, ορισμένοι από τους οποίους ήταν πλούσια κτερισμένοι και είχαν θαυμάσια επιτύμβια ανάγλυφα. Ένα τέτοιο ανάγλυφο της ελληνιστικής εποχής που αναπαριστά έναν ιππέα, βρέθηκε πριν από λίγα χρόνια και σήμερα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών.
  Εξίσου σημαντικός οικισμός της περιοχής κατά την περίοδο της αρχαιότητας ήταν και αυτός που έχει εντοπιστεί στα όρια του σημερινού οικισμού του Πεθελινού και συγκεκριμένα στη θέση «Φυλάκιο». Πρόκειται για έναν παρόχθιο οικισμό (το όνομα προέρχεται από το πόθος και λίνος= δίχτυ ψαράδων) στην πρώην λίμνη του Αχινού, η έκταση του οποίου υπολογίζεται σε 50 στρ. περίπου και που ιδρύθηκε κατά την κλασική εποχή, ενώ τα αρχαιολογικά ευρήματα πιστοποιούν την ύπαρξή του και στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο.
  Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο και φιλόλογο Πέτρο Σαμσάρη ήρθαν στο φως σημαντικά ευρήματα. Μεταξύ άλλων βρέθηκαν χάλκινη ομφαλωτή φιάλη, αρύβαλλος από φαγεντιανή, όστρακα από μελανόμορφα αγγεία, με σπουδαίες παραστάσεις. Επίσης βρέθηκαν μαρμάρινα μέλη ανδρικών και γυναικείων αγαλμάτων, χείλη, λαβές και βάσεις άβαφων και μελαμβαφών αγγείων, βάσεις οξυπύθμενων θασιακών κυρίως αμφορέων καθώς και τμήμα πήλινης πυρομιδόσχημης αγνύθας. Τα ίχνη καμίνευσης σιδήρου φανερώνουν την ύπαρξη οργανωμένης βιοτεχνικής παραγωγής. Στη θέση Βρυσούδια, στο φυσικό λιμάνι της περιοχής, σώζονται λείψανα ξύλινης αποβάθρας και πέτρινοι κίονες, όπου οι ψαράδες του αρχαίου οικισμού έδεναν τις βάρκες τους.
Βυζαντινοί - Νεώτεροι Χρόνοι
  Οι πληροφορίες για τα πρώτα βυζαντινά χρόνια στην περιοχή του Νομού Σερρών είναι λίγες και προέρχονται από τα λείψανα εκκλησιών και οικισμών. Ένας από αυτούς είναι ο Πεθελινός, η κώμη της κλασικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, που συνεχίζει να κατοικείται και στην εποχή της δυναστείας των Ανδρόνικων (13ος και 14ος αι.) αναφέρεται σε έγγραφα της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Σερρών με το τοπωνύμιο Ποθοληνός (τα έτη 1259, 1322 και 1365). Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ο Πεθελινός αναφέρεται με ονομασίες σε ουδέτερο γένος όπως Πισιλινιού (1721), Πιθιλινό (1875), Πιθολινό (1886), Πυθηλινό ή Πηθυλινό (1905). Η παράδοση έχει διασώσει και την τοπωνυμία Κιουτσούκ ή Γκουτζούκ Ισταμπούλ (=μικρή πόλη).
  Επίσης, στο Παραλίμνιο υπήρχε οικισμός, γνωστός από βυζαντινά έγγραφα ως «Χωρίον του Βερνάρους». Μάλιστα, σε αυτοκρατορικό διάταγμα του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου αναφέρεται ότι στο χωριό αυτό υπήρχε ναός της Αγίας Βαρβάρας, ο οποίος ήταν μετόχι της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου Σερρών.

Το κείμενο παρατίθεται τον Μάιο 2005 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Δήμου Στρυμώνα


ΤΕΡΠΝΗ (Κωμόπολη) ΣΕΡΡΕΣ

  Η Τερπνή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν τσιφλίκι ενός Τούρκου αξιωματούχου και ονομαζόταν «Τσιαρπίστα», πιθανότατα από το Τσιάρπ που σημαίνει στα τουρκικά εργαλείο άντλησης νερού, επειδή στην περιοχή υπήρχαν, και υπάρχουν ακόμη, πολλές πηγές νερού.
  Επίσης αξίζει να αναφερθεί στην ιστορία του χωριού και η ηρωϊκή μορφή του Μαυρουδή, αρματωλού που καταγόταν από την Τερπνή και δρούσε στην περιοχή της Νιγρίτας προστατεύοντας τους κατοίκους από επιθέσεις επιδρομέων Αλβανών. Ωστόσο, το 1726 ο Μαυρουδής κατέλυσε την τουρκική κυριαρχία, πράγμα που του στοίχισε τη ζωή, αφού οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον έκαψαν ζωντανό μαζί με τους συντρόφους του. Οι κάτοικοι της περιοχής "ύφαναν" προς τιμήν του ένα δημοτικό τραγούδι το οποίο σώζεται ως τις μέρες μας.
  Τέλος, θα πρέπει να μνημονευθεί και η κρίσιμη μάχη που έδωσαν τα ελληνικά στρατεύματα με τους Βούλγαρους την 17η Φεβρουαρίου 1913 στη θέση Πλατανούδια της Τερπνής. Με τη μάχη αυτή αποκρούστηκε εισβολή των Βουλγάρων στο χωριό. Σήμερα στο πεδίο της μάχης υπάρχει ηρώον και η 17η Φεβρουαρίου αποτελεί τοπική γιορτή που θυμίζει στους κατοίκους τα γεγονότα του 1913, καθώς και το ότι για την ελευθερία χρειάστηκε να γίνουν πολλές μεγάλες θυσίες.

Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Νιγρίτας


Χρονολόγιο

Για την αρχαία ιστορία των Σερρών βλέπε αρχαία πόλη : Σίρις
803: Η πόλη των Σερρών ανακαινίζεται από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά και αποικίζεται, όπως και το Μελένικο, με στρατιωτικό πληθυσμό.
976: Ο Μωυσής, γιος του Βοεβόδα του Τυρνόβου Σισμάν, πολιορκεί την πόλη των Σερρών αλλά βρίσκει τραγικό θάνατο κάτω από τα κάστρα της.
990: Η πρώτη (από τις τρεις συνολικά) επίσκεψη του Βασιλείου του Μακεδόνος (Βουλγαροκτόνου) στα Σέρρας. Η πόλη οχυρώνεται και καθίσταται ορμητήριο για την κατά των βουλγάρων εκστρατεία του.
1014: Ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος κατατροπώνει στη θέση «Κλειδί» (λίγο πιο έξω από το Σιδηρόκαστρο και κοντά στο Στρυμόνα), το στρατό του βούλγαρου Σαμουήλ και συλλαμβάνει 15.000 αιχμαλώτους που τους οδηγεί στα Σέρρας, όπου και τους τυφλώνει.
1018: Ο βούλγαρος Κρακράς - φρούραρχος του Πέρνικ - με το γιο του, τον αδελφό του και τριάντα πέντε άλλους φρούραρχους οδηγούνται στα Σέρρας και παραδίδουν στον Βασίλειο τα κλειδιά των βουλγαρικών φρουρίων.
1206: Ο βούλγαρος ηγεμόνας Ιωάννης ο Α' ή Ιωαννίτσης καταλαμβάνει την πόλη των Σερρών και την ισοπεδώνει.
1208: Ο Βονιφάτιος καταλαμβάνει τα Σέρρας.
1220 - 30: Η πόλη των Σερρών τελεί υπό την εξουσία του Δεσπότη της Ελλάδας, Θεόδωρου - Αγγέλου Κομνηνού.
1224: Ο Αγγελος Κομνηνός κατατροπώνει τους Φράγκους λίγο έξω από τα Σέρρας.
1230: Ο Ασάν ο Β', ο γιος του Ιωαννίτση, καταλαμβάνει τα Σέρρας.
1245: Την πόλη των Σερρών καταλαμβάνει ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Δούκας Βατάτσης.
1345: Ο Κράλης της Σερβίας Δουσάν μπαίνει Θριαμβευτικά στα Σέρρας και στέφεται αυτοκράτορας στο Μητροπολιτικό ναό της πόλης.
1371:
Τα Σέρρας περιέρχονται και πάλι στην εξουσία των βυζαντινών και συγκεκριμένα του Δεσπότη της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Παλαιολόγου.
1373: Τα οθωμανικά στρατεύματα κάτω από την αρχηγία του Σουλεϊμάν Πασά και με στρατηγούς τον Εβρενάς Μπέη, τον Λαλασιαχίν και τον Ντελιομπελπάν Μπέη, καταλαμβάνουν την πόλη των Σερρών.
1383: 19 Σεπτεμβρίου, τα Σέρρας καθώς και ολόκληρη η Ανατολική Μακεδονία καταλαμβάνονται από τον Μπεηλέρμπεη Τιμουρτάς, που την ίδια χρονιά κυριεύει και την Σόφια. Η «συνάντηση των εκατέρωθεν αντιπροσωπειών προς συνθηκολόγησιν και υποταγήν της πόλεως εις τους κατακτητάς, εγένετο ανατολικώς των Σερρών και εις τοποθεσίαν κειμένην πλησίον του παρά του Αγίου Γεωργίου του Κρυονερίτη χειμάρρου και επί της οδού της αγούσης από Σερρών εις Δράμαν...». Κατά την παράδοση της πόλης οι τούρκοι «... απήγαγον εις δουλείαν πλείστους των κατοίκων και ιδίως των προκρίτων, μη φεισθέντες και αυτού του τότε μητροπολίτου Ματθαίου Φακρασή τον οποίον επί τετραετίαν περιήγαγον εις την εσχάτην δουλείαν και ταπείνωσιν...».
1385: Ο κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης και "ηγεμονόπαις" Μανουήλ, εντελώς ξαφνικά και εν ονόματι του πατέρα του Ιωάννη Παλαιολόγου, προσπαθεί να ανακαταλάβει τα Σέρρας αλλά η προσπάθειά του καταστέλλεται από τον Βεζύρη Χαϊρεντίν Πασά. Την ίδια χρονιά και ύστερα από την προσπάθεια αυτή του Μανουήλ ο Σουλτάνος Μουράτ ο A' περνάει από τα Σέρρας οδηγώντας τα στρατεύματά του κατά του ηγεμόνος της Σερβίας Λάζαρου. Σε ανάμνηση αυτού του περάσματος ανήγειρε με τον αρχιτέκτονα Χαλήλ που ήταν γιος του Ελ Τζεντερή «...το πρώτον και αρχαιότερον των εν Σέρραις τζαμίων το Ατίκ ή Εσκί - Τζαμί, σωζόμενον μέχρι του έτους 1938 εις ερειπιώδη πλέον κατάστασιν, ένεκα της οποίας και κατεδαφίσθη...».
1412: Συλλαμβάνεται στα Σέρρας και απαγχονίζεται στην "Πλατεία των εκτελέσεων" (Ατ-Παζάρ) ο τούρκος επαναστάτης και μεταρρυθμιστής Μπεντρεντίν Σιμαβνάογλου.
1571: Οι Ισπανοί, οι Ενετοί και ο Πάπας συμμαχούν κατά των τούρκων και με αρχηγό του στόλου το ναύαρχο Ιωάννη τον Αυστριακό καταναυμαχούν και καταστρέφουν στη Ναύπακτο το στόλο των τούρκων. Την ίδια εποχή ξεσηκώνονται αρκετές ελληνικές πόλεις και ανάμεσά τους και τα Σέρρας. Τα απελευθερωτικά αυτά κινήματα καταπνίγονται από τους τούρκους.
1630: Καίγεται ολόκληρο το εμπορικό τμήμα της πόλης.
1637: Ξανακαίγεται το ίδιο εμπορικό τμήμα των Σερρών.
1688: Διατρίβει για αρκετές μέρες στα Σέρρας ο Μωάμεθ ο Δ'.
1714: Για μια ακόμη φορά η πυρκαγιά κατατρώγει ολόκληρο σχεδόν το εμπορικό τμήμα της πόλης.
1715: Οι Τούρκοι παίρνουν και τα τελευταία φρούρια της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Με την ευκαιρία αυτή έρχεται στα Σέρρας στις 2 Αυγούστου ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Γ' που εκείνη την εποχή βρίσκονταν στο Νευροκόπι, με όλο του το στράτευμα διοργανώνοντας λαμπρές δημόσιες γιορτές και "Ντουνανμάδες" (φωταψίες).
1773: Γεννιέται στο χωριό Δοβίστα Σερρών ο κατόπιν αρχιστράτηγος των Μακεδονικών δυνάμεων κατά την επανάσταση του 1821, Εμμανουήλ Παπάς.
1806: Στις 23 Ιουλίου ο αρματωλός Νικοτσάρας από το Βλαχολείβαδο του Ολύμπου επιστρατεύοντας 500 επίλεκτα παλικάρια, αποβιβάζεται στην Κατερίνη και τελικά ύστερα από κοπιαστική πορεία και δια μέσου της οροσειράς του Μπέλλες φτάνει στο Νέο Πετρίτσι (Βέτερνα), απ' όπου διέρχεται τον Στρυμόνα για να καταλήξει στο Σιδηρόκαστρο και από εκεί στα Σέρρας, όπου και πολιορκείται σε ένα από τα κεντρικά χάνια της πόλης από 4.000 τούρκους και αλβανούς, που διατελούν κάτω από την καθοδήγηση του Ισμαήλ Μπέη των Σερρών. Ο Νικοτσάρας και τα παλικάρια του καίνε το χάνι και διαφεύγουν προς το Μενοίκιον όρος και από εκεί φθάνουν στη Ζίχνη, την οποία και καταλαμβάνουν. Εναντίον τους εκστρατεύουν δέκα πέντε χιλιάδες τούρκοι αλλά ο Νικοτσάρας επιχειρεί αντιπερισπασμό εξορμώντας προς τις εκβολές του Στρυμόνα και ελπίζοντας ότι θα τον περιμένουν ο ρωσικός στόλος και ο ναύαρχος Σινιάβιν. Οι προσδοκίες του διαψεύδονται και με τα εναπομείναντα 250 παλικάρια του επιχειρεί σε μια ηρωική προσπάθεια να περάσει τη γέφυρα του ποταμού Αγγίτη που τη φρουρούν χιλιάδες Οθωμανοί. Ο Νικοτσάρας σπάζει με το σπαθί του τις αλυσίδες της γέφυρας, περνάει και με τους εναπομείναντες 150 άνδρες του φθάνει στο Πράβι (Ελευθερούπολη) κατεβαίνει στον κόλπο του Ορφανού και από εκεί διαπεραιώνεται στη Χαλκιδική.
1813: Τον αποθανόντα Ισμαήλ Μπέη των Σερρών διαδέχεται ο γιος του Γιουσούφ Πασάς, μέχρι τότε βαλής της Θεσσαλονίκης.
1821: Στις 23 Μαρτίου ο αρχιστράτηγος των Μακεδονικών δυνάμεων Εμμανουήλ Παπάς εξορμά προς το Αγιον Ορος και φθάνει στη Μονή Εσφιγμένου σκορπώντας ρίγη ενθουσιασμού και συγκίνησης. Οι ηγούμενοι όλων των μονών τον ανακηρύσσουν «Αρχηγόν και προστάτην της Μακεδονίας» αλλά η επανάσταση που ευαγγελίζονταν θα αποτύχει...
1821: Στις 8 Μαΐου στα Σέρρας συμβαίνουν δραματικά γεγονότα όμως τελικά η πόλη σώζεται από την άγρια μανία του τουρκικού όχλου. Ταυτόχρονα η Φαίδρα, η γυναίκα του Εμμ. Παπά και η οικογένειά του, φυλακίζονται, δημεύεται η περιουσία του και κατάσχονται 13 βαρέλια με χρυσά φλωριά.
1821: Στις 5 Δεκεμβρίου (και ύστερα από την αποτυχία της Επανάστασης) ο Εμμανουήλ Παπάς προσπαθεί να διαφύγει αλλά πεθαίνει πάνω στο πλοίο (όταν αυτό περιέπλεε τον Καφηρέα), από συγκοπή της καρδιάς του. Ο νεκρός του ήρωα μεταφέρεται στην Υδρα όπου και θάβεται με τιμές στρατηγού.
1849: Τρομερή πυρκαγιά κατακαίει τα 3/4 της Ελληνικής συνοικίας των Σερρών.
1875 - 77: Συντάσσεται από τον «Δεινόν της ορθοδοξίας θεολόγον», μητροπολίτη Φιλόθεο Βρυένιο ο πρώτος επίσημος Κανονισμός της Ελληνικής Κοινότητας των Σερρών.
1891: Κορυφώνεται η διαμάχη ανάμεσα στους «Τσιπλάκηδες» και στους «Τσορμπατζήδες» με νίκη των Τσιπλάκηδων και αποπομπή του μέχρι τότε μητροπολίτη Κωνσταντίνου Βαφείδη.
1892: Στις 17 Μαρτίου επικυρώνεται από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου ο "νέος Κανονισμός" με τον οποίο το «Κοινόν» των Σερρών θα διοικηθεί μέχρι το 1913.
1904: Εμφανίζεται οργανωμένη η ελληνική άμυνα κατά των βουλγάρων και αρχίζει έτσι o Μακεδονικός Αγώνας.
1905: Συγκροτούνται στο Σαντζάκιο των Σερρών τα πρώτα ανταρτικά σώματα κάτω από τις διαταγές ντόπιων αρχηγών όπως οι: Αθ. Χατζηπανταζής, Στέργιος Βλάχμπεης, Γεώργιος Γιαγκλής, Δούκας Δούκας (καπετάν Ζέρβας), Ανδρέας Μακούλης, Μητρούσης Γκογκολάκης, Παπα - Πασχάλης, Καπετάν - Αλέξανδρος κ.ά.
1905: Στις 1 Αυγούστου ιδρύεται ο Μουσικογυμναστικός σύλλογος «Ορφεύς» Σερρών.
1907: Στις 13 προς 14 Ιουλίου στο κωδωνοστάσιο και τον περίβολο της εκκλησίας της Ευαγγελιστρίας γράφεται ο αιματόβρεχτος επίλογος της δράσης του καπετάνιου εκείνου που έμελλε να γίνει θρύλος για τους επερχόμενους. Ο καπετάν - Μητρούσης και τα παλικάρια του Ιορδάνης Ούρδας, Μιχάλης Ουζούνης, Θεόδωρος Τουρλεντές και Νίκος Παναγιώτου πολιορκούνται από τρεις χιλιάδες τούρκους στρατιώτες και αμέτρητους άτακτους. Στη διάρκεια της μάχης σκοτώνονται ο Θ. Τουρλεντές και o Μιχ. Ουζούνης. Λίγο αργότερα συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι ο Νίκος Παναγιώτου και ο Γιάννης Ούρδας. Και ενώ ο τόπος καίγεται και τα άτακτα στίφη μαζί με τους τούρκους στρατιώτες αλαλάζοντας και κρατώντας στα χέρια γυμνά τα σπαθιά και τα μαχαίρια τους επιχειρούν το ένα ύστερα από το άλλο τα γιουρούσια τους, ο Καπετάν Μητρούσης αφού χρησιμοποίησε και την τελευταία του σφαίρα για να σκοτώσει τον τούρκο διευθυντή της αστυνομίας, αυτοκτονεί καρφώνοντας τη Μακεδονίτικη κοφτερή του λάμα στο στήθος του.
1907: Στις 3 Δεκεμβρίου οι συλληφθέντες κατά την εποποιία της Ευαγγελιστρίας Νίκος Παναγιώτου (από το Αγρίνιο) και Γιάννης Ούρδας, απαγχονίζονται στον "συνήθη τόπο" που για κείνη την εποχή ήταν η πλατεία του Ατ - Παζάρ (πίσω από το σημερινό Διοικητήριο). Τρεις χιλιάδες "Μελανειμονούσαι" γυναίκες των Σερρών αξιώνουν από τις τουρκικές αρχές τα πτώματα των απαγχονισθέντων ανταρτών και επιχειρούν να διασπάσουν τον ισχυρό κλοιό των πανικοβλημένων τούρκων στρατιωτών για να τα πάρουν.
1908: Με επίκεντρα τη Θεσσαλονίκη, τα Σέρρας και το Μοναστήρι ξεσπά η επανάσταση των νεοτούρκων και στις 11 Ιουλίου γίνεται στα Σέρρας η ανακήρυξη του Συντάγματος με σύνθημα: «Ισότης - Αδελφότης - Ελευθερία». Εισέρχονται στην πόλη των Σερρών και παραδίδονται στις τουρκικές αρχές τα ανταρτικά σώματα και οι καπετανέοι τους που δρούσαν στην περιοχή, εν μέσω πραγματικής αποθέωσης από μυριάδες λαού που είχε ξεχυθεί στους δρόμους.
1909: Δολοφονούνται άνανδρα από οπαδούς του νεοτουρκικού κομιτάτου στις 31 Ιουλίου o γραμματέας του ελληνικού προξενείου Λάζαρος Κιούσης και στις 17 Δεκεμβρίου o Ιωάννης Παπάζογλου στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης.
1912: Τον Μάιο υπογράφεται η Σερβοβουλγαρική και Ελληνοβουλγαροσερβική συνθήκη συμμαχίας.
1912: Στις 4 Οκτωβρίου Έλληνες, Σέρβοι και Βούλγαροι κηρύσσουν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας.
1912: Στις 24 Οκτωβρίου ο διοικητής και φρούραρχος των Σερρών Νατζή Πασάς εγκαταλείπει την πόλη με ολόκληρη τη φρουρά από δύο χιλιάδες άνδρες, δεκατρία τηλεβόλα και μία πυροβολαρχία Μαξίμ. Το απόγευμα της ίδιας μέρας εισέρχονται στην πόλη 80 βούλγαροι «άτακτοι» (κομιτατζήδες) και την επομένη χίλιοι στρατιώτες της 2ης βουλγαρικής Μεραρχίας.
1912: Στις 31 Οκτωβρίου και σε ανταπόδοση του ότι ένα βουλγάρικο τάγμα μπήκε στη Θεσσαλονίκη, στα Σέρρας εισέρχεται το Γ Σύνταγμα ιππικού του Πιερράκου Μαυρομιχάλη και γίνεται δεκτό με ακράτητο ενθουσιασμό από τους Σερραίους.
1913: Τον Μάιο υπογράφεται συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στην Τουρκία και τους Βαλκανικούς συμμάχους. Αρχίζουν όμως ταυτόχρονα και οι μεταξύ τους προστριβές. Το Γ' Σύνταγμα Ιππικού εγκαταλείπει την πόλη για να μη συλληφθεί.
1913: Στις 17 Ιουνίου αρχίζει ο Β' Βαλκανικός πόλεμος, με τη Βουλγαρία να επιτίθεται αιφνιδιαστικά κατά των Σέρβων και των Ελλήνων. Την επομένη (18 Ιουνίου) οι βούλγαροι πυρπολούνε τη Νιγρίτα.
1913: 22 Ιουνίου: ο βουλγαρικός στρατός αναχωρεί «εσπευσμένα» από την πόλη των Σερρών και περιχαρακώνεται στα γύρω υψώματα.
1913: Από τις 24 μέχρι τις 27 Ιουνίου ο τούρκος συνταγματάρχης Αγιάχ Μπέης οργανώνει και τίθεται επικεφαλής(;) της πολιτοφυλακής από κατοίκους των Σερρών και λίγους έλληνες στρατιώτες που «...εμποδίζουν επιτυχώς την είσοδο εις την πόλιν ομάδων Βουλγαρικού στρατού εκ των υποχωρούντων καθώς και τας επανειλημμένας αποπείρας κατά της πόλεως, των κομιτατζήδων...».
1913: Στις 28 Ιουνίου η πόλη των Σερρών αναστατώνεται από τους πυροβολισμούς της πολιτοφυλακής που επιχειρεί να αποτρέψει την εκ νέου είσοδο του βουλγαρικού στρατού στην πόλη που βομβαρδίζεται ανηλεώς από τα ευρισκόμενα στους γύρω λόφους βουλγαρικά πυροβόλα. Στους κατοίκους δημιουργείται σύγχυση και πανικός ενώ οι περισσότεροι από αυτούς τρέπονται σε άτακτη φυγή προς το Στρυμόνα και τα χωριά Κουμάργιανη, Δημητρίτσι και Αχινό. Ταυτόχρονα βούλγαροι στρατιώτες εισέρχονται και περιχύνουν με πετρέλαιο τα σπίτια και τα καταστήματα ενώ εκτελούν όσους συναντούν στο δρόμο τους. Στις 2 το μεσημέρι τα Σέρρας παραδίδονται στις φλόγες.
1913: Στις 29 Ιουνίου εισέρχεται στην κατεστραμμένη πόλη των Σερρών η 7η Ελληνική Μεραρχία υπό τον συνταγματάρχη Ναπολέοντα Σωτήλη, που την καταλαμβάνει εν ονόματι του βασιλέως Κωνσταντίνου.
1913: Στις 28 Ιουλίου υπογράφεται η συνθήκη του Βουκουρεστίου που είναι συνθήκη Ειρήνης μεταξύ Ρουμανίας, Ελλάδας, Σερβίας και Μαυροβουνίου από τη μια μεριά και της Βουλγαρίας από την άλλη, ενώ τα σύνορα της Βουλγαρίας καθορίζονται επί της κορυφογραμμής του Μπέλλες και της γραμμής των εκβολών του ποταμού Νέστου.
1914: Στις 1 Αυγούστου αρχίζει ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος που θα διαρκέσει μέχρι τις 11 Νοεμβρίου
1916: Στις 5 Αυγούστου αρχίζει ογκώδης βουλγαρική εισβολή σε όλο σχεδόν το μήκος της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, αρχής γενομένης από το Ρούπελ. Στο Δεμίρ Ισάρ (Σιδηρόκαστρο) τμήματα της 6ης ελληνικής Μεραρχίας που διοικούσε ο συνταγματάρχης Νικ. Χριστοδούλου αντιστέκονται σθεναρά, αλλά στο τέλος αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Μέχρι τις 30 Αυγούστου οι Βούλγαροι έχουν καταλάβει τα Σέρρας, τη Δράμα και την Καβάλα.
1918: Στις 21 Σεπτεμβρίου τα Σέρρας ανακαταλαμβάνονται από τον ελληνικό στρατό.
1922: Στις 6 Σεπτεμβρίου αποχωρεί και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα από το Μικρασιατικό έδαφος ενώ φθάνουν συνεχώς πρόσφυγες, πολλοί από τους οποίους εγκαθίστανται στη Μακεδονία.
1923: Στις 30 Ιανουαρίου υπογράφεται η σύμβαση με την Τουρκία περί ανταλλαγής πληθυσμών. Η πόλη και η περιφέρεια των Σερρών, είναι γεμάτη από πρόσφυγες.
1923: Στις 21 και 22 Οκτωβρίου εκρήγνυται στρατιωτικό κίνημα υπό την αρχηγία των Γ. Λεοναρδόπουλου, Π. Γαργαλίδη και Γ. Ζήρα. Ο Ζήρας ύστερα από την αποτυχία του κινήματος καταδιώκεται στον κάμπο των Σερρών.
1931: Στις 31 Ιουλίου γίνονται εργατικές ταραχές μπροστά στο ξενοδοχείο "Μητρόπολις". Στη διάρκειά τους σκοτώνεται από τούβλο ο λοχαγός Καραντινάκης. Ενεργούνται ευρείες συλλήψεις κομμουνιστών.
1934: Τον Ιανουάριο εκλέγεται στα Σέρρας ο πρώτος "κόκκινος" δήμαρχος Διονύσης Μενύχτας.
1935: Στις 1 Μαρτίου εκρήγνυται το Βενιζελικό επαναστατικό κίνημα γνωστό σαν «Κίνημα του '35». Ένα από τα κέντρα του κινήματος είναι και η πόλη των Σερρών, στην οποία ύστερα από δέκα μέρες εισέρχεται νικητής και τροπαιούχος ο τότε υπουργός των στρατιωτικών Κονδύλης. Υστερα από την κατάρρευση του κινήματος πολλοί Σερραίοι φιλελεύθεροι που πήραν μέρος σ' αυτό συλλαμβάνονται και φυλακίζονται.
1941: Στις 5.15' το πρωί της 6ης Απριλίου αρχίζει η γιγαντομαχία του Ρούπελ. Ένα από τα πρώτα πολεμικά ανακοινωθέντα αναφέρει: "Ισχυραί γερμανικαί δυνάμεις, εφοδιασμέναι, με τα πλέον σύγχρονα πολεμικά, μέσα με υποστήριξιν αρμάτων, αφθόνου βαρέος πυροβολικού και πολυαρίθμου αεροπορίας προσέβαλλον από της πρωίας της σήμερον επανειλημμένως τας θέσεις μας ων αμύνονται μόνον ελληνικαί δυνάμεις λίαν περιωρισμέναι.. ".
1941 (Καλοκαίρι): Ξεκινάει από την περιοχή των Κερδυλλίων Σερρών η πρώτη ανταρτοομάδα "Οδυσσέας Ανδρούτσος" με αρχηγό τον Τσέλιο Μουδιώτη και αμέσως μετά τον Καπετάν Λασσάνη (Θανάση Γκένιο).
1941: Τα πρώτα αντίποινα των γερμανών σε κατεχόμενη ευρωπαϊκή χώρα. Στις 17 Οκτωβρίου με "υποδειγματική" αγριότητα εκτελούνται όλοι οι αρσενικοί κάτοικοι των δύο Σερραϊκών χωριών Ανω και Κάτω Κερδύλλια (250 περίπου) και τα σπίτια τους πυρπολούνται.
1944: Στις 14 Σεπτεμβρίου δυνάμεις του ΕΛΑΣ που μάχονταν στα γύρω βουνά εισέρχονται στα Σέρρας έχοντας επικεφαλής τους την ελληνική σημαία.
1955: Στις 5 Οκτωβρίου ορκίζεται πρωθυπουργός της Ελλάδας ο Σερραίος Κωνσταντίνος Καραμανλής.
1980: Στις 5 Μαρτίου ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Κείμενο: Από την Εικονογραφημένη Ιστορία των Σερρών του Βασίλη Τζανακάρη
Το κείμενο παρατίθεται τον Απρίλιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Σερρών


ΣΙΡΙΣ (Αρχαία πόλη) ΣΕΡΡΕΣ

π. Χ.

514: Ο στρατηγός Μεγάβαζος ερημώνει τη χώρα των Σιροπαιόνων και αιχμαλωτίζει τους κατοίκους που τους μεταφέρει με βία στις Σάρδεις.
480 (α): Για πρώτη φορά τα Σέρρας μνημονεύονται ιστορικά από τον Ηρόδοτο σαν πόλη αξιόλογη με την ονομασία "Σίρις η Παιονική".
480 (β): Επιστρέφοντας ο γιος του Δαρείου, ο Ξέρξης, ύστερα από την ήττα του στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, περνάει από την "Σερραίων χώραν" με τα υπολείμματα της αποδεκατισμένης του στρατιάς. Πολλοί από τους στρατιώτες του εγκαταλείπονται σε διάφορες πόλεις και χωριά της περιοχής για περίθαλψη.
422: Όταν το θέατρο του Πελοποννησιακού πολέμου μεταφέρεται στα Θρακομακεδονικά παράλια από το στρατηγό των Σπαρτιατών Βρασίδα, οι Παίονες και οι Οδόμαντες τάσσονται στο πλευρό των Αθηναίων και μαζί τους πηγαίνουν να υπερασπιστούν την Αμφίπολη.
334: Οι Παίονες υπό την αρχηγία του Αμύντα του Αρραβαίου εισέρχονται κατά τη μάχη του Γρανικού πρώτοι απ' όλους στον ποταμό κάτω από ένα πραγματικό σύννεφο από περσικά βέλη.
331: Οι Παίονες κατανικούν τους Σκύθες στα Αρβηλα και τα Γαυγάμηλα κατά διαταγή του Αλέξανδρου.
168: Ο Ρωμαίος ύπατος Αιμίλιος Παύλος υποτάσσει τη Μακεδονία. Η Ανατολική, με πρωτεύουσα την Αμφίπολη, αποτελεί τη μία από τις τέσσερις επαρχίες, την «Μακεδόνων Πρώτη».

Για την συνέχεια της ιστορίας της αρχαίας Σίρις βλέπε σύγχρονη πόλη : Σέρρες

Κείμενο: Από την Εικονογραφημένη Ιστορία των Σερρών του Βασίλη Τζανακάρη
Το κείμενο παρατίθεται τον Απρίλιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Σερρών


Έχετε τη δυνατότητα να δείτε περισσότερες πληροφορίες για γειτονικές ή/και ευρύτερες περιοχές επιλέγοντας μία από τις παρακάτω κατηγορίες και πατώντας το "περισσότερα":

Αναχωρησεις πλοιων
Από

Copyright 1999-2019 ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ε.Π.Ε.