EN
Greek Travel Pages

Πληροφορίες τοπωνυμίου

Εμφανίζονται 5 τίτλοι με αναζήτηση: Πληροφορίες για τον τόπο για το τοπωνύμιο: "ΜΥΤΙΛΗΝΗ Πόλη ΛΕΣΒΟΣ".


Πληροφορίες για τον τόπο (5)

Σελίδες τοπικής αυτοδιοίκησης

Μυτιλήνη

Η πόλη της Μυτιλήνης είναι η πρωτεύουσα του νησιού και του νομού της Λέσβου. Έχει περίπου 25.000 κατοίκους και είναι η έδρα του Υπουργείου Αιγαίου, του Πανεπιστημίου Αιγαίου, καθώς και το διοικητικό κέντρο της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Ξακουστή από τα πανάρχαια χρόνια, με έντονη εμπορική δραστηριότητα, γέννησε σπουδαίες πνευματικές προσωπικότητες, τον Πιττακό, έναν από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, τον ποιητή Αλκαίο και πολλούς άλλους δημιουργώντας μια παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας με τον Οδυσσέα Ελύτη.
Οι ρίζες της Μυτιλήνης χάνονται στο παρελθόν. Η επωνυμία της πόλης προέρχεται από την Μυτιλάνα, κόρη του Μάκρα, μυθικού βασιλιά της Λέσβου. Η αρχαιολογική έρευνα έχει φέρει στο φώς αξιόλογα ευρήματα διαφόρων περιόδων που πιστοποιούν την ιστορική και ελληνιστική περίοδο, τη μεσαιωνική, του τουρκοκρατία μέχρι και τη νεώτερη.
Από τα τέλη του 16ου αιώνα αρχίζει η σταδιακή επέκταση της πόλης και ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα με την οικονομική ανάπτυξη των Ελλήνων το κέντρο βάρους της πόλης μετατοπίζεται προς τα νότια. Η σύγχρονη Μυτιλήνη απλώνεται πάνω σε μικρούς λόφους, στο κέντρο είναι η παλιά πόλη και στα βόρεια ο προσφυγικός συνοικισμός.

Το κείμενο παρατίθεται τον Ιούνιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, της Αναπτυξιακής Εταιρείας Λέσβου


Σελίδες εκπαιδευτικών ιδρυμάτων

Τοπογραφία και μορφές αρχιτεκτονικής

  Η Μυτιλήνη είναι χτισμένη στη νοτιοανατολική ακτή του νησιού. Είναι η μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσα του νομού Λέσβου, καθώς και το διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νησιού. Η πολεοδομία και η αρχιτεκτονική της πόλης αντικατοπτρίζουν τις ανάγκες οργάνωσης του χώρου σύμφωνα με τις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες που σφράγισαν τις φάσεις της ανάπτυξής της. Οι οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές των δομών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα μέσα του 19ου αιώνα, επηρέασαν άμεσα και έμμεσα τη Λέσβο και τη Μυτιλήνη. Η ραγδαία ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων, κυρίως από την πλευρά του χριστιανικού πληθυσμού, συνδυάστηκε με την άνοδο του βιοτικού και εκπαιδευτικού επιπέδου. Η Μυτιλήνη καθιερώθηκε ως επίνειο ολόκληρου σχεδόν του νησιού στον τομέα του διαμετακομιστικού εμπορίου, με τη συγκρότηση διαύλων συνεργασίας και επικοινωνίας με τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της εποχής, όπως τα λιμάνια της Μικράς Ασίας και της Μαύρης Θάλασσας, αλλά και της Αιγύπτου και της Δυτικής Μεσογείου. Ακόμα και όταν οι φυσικές συνθήκες αντιστρατεύτηκαν στη διαφαινόμενη ανάπτυξη (όπως η πυρκαγιά του 1851 και ο μεγάλος σεισμός του 1867 που κατέστρεψε σπίτια και μέσα παραγωγής), η οικονομική ευημερία προσέφερε την ώθηση για ανασυγκρότηση.
  Στις αρχές του 20ου αιώνα οι κάτοικοι ανέρχονταν στις εικοσιπέντε με τριάντα χιλιάδες, από τους οποίους το 85% ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι, το 12% μουσουλμάνοι, ενώ ένα 3% περίπου καθολικοί, εβραίοι και χριστιανοί Αρμένιοι. Το ιστορικό κέντρο της πόλης συγκροτήθηκε γύρω από την οδό Ερμού. Ενδεικτικός είναι ο αριθμός των χριστιανικών ναών (10) και των μουσουλμανικών τεμενών (10 τζαμιά, 4 τεκέδες, 1 μεντρεσές), που τοποθετούνται στην περιοχή αυτή. Ανάλογη είναι και η παρουσία των ιστορικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του τόπου, όπως το Ελληνικό Γυμνάσιο, το Παρθεναγωγείο, το Σχολαρχείο, αλλά και τα μουσουλμανικά Ιπτινταντιέ και Ινταντιέ. Το κάστρο παρέμεινε το σύμβολο της οθωμανικής κυριαρχίας, ενώ γύρω του συσπειρώθηκε το σύνολο του μουσουλμανικού πληθυσμού. Το ελληνικό στοιχείο αναπτύχθηκε στο νότιο κομμάτι της πόλης.
  Μετά το 1923 η εικόνα αλλάζει με την αποχώρηση των μουσουλμάνων και την εγκατάσταση των προσφύγων. Οικοδομούνται νέες συνοικίες και μεταβιβάζονται τίτλοι ιδιοκτησίας. Παρά τις επιπτώσεις της Μικρασιατικής Καταστροφής στην οικονομική και κοινωνική ζωή, οι εμπορικές δραστηριότητες και η βιομηχανική παραγωγή διατηρούνται ακμαίες και αποδοτικές μέχρι το 1940.


Σελίδες εμπορικού κόμβου

Τοπωνύμια

Συνοικίες

  Η συνεχής πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη της Μυτιλήνης κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, οδήγησε στην επέκταση του οικιστικού χώρου σε αγροτικές περιοχές στις παρυφές της πόλης, καθώς και στη διαμόρφωση βιομηχανικών πυρήνων δίπλα στα λιμάνια. Η επέκταση επικεντρώθηκε στον άξονα βορά - νότου, κατά μήκος της ακτής και των δύο λιμανιών, αλλά η οικιστική εξάπλωση συμπεριέλαβε και τους λόφους στο δυτικό όριο της πόλης. Το εμπορικό, βιοτεχνικό, κοινωνικό και συμβολικό κέντρο της πόλης αποτελεί η οδός Ερμού, που εκτείνεται από βορά προς νότο συνδεόντας το βόρειο με το νότιο λιμάνι.
  Η οικονομική ανάπτυξη του χριστιανικού πληθυσμού το 19ο αιώνα συμβαδίζει με την ανάπτυξη του Νότιου λιμανιού της πόλης, ενώ το βόρειο λιμάνι που χρησιμοποιόταν από τους αρχαίους χρόνους, παρήκμασε οριστικά από τον 18ο αιώνα, εξαιτίας των προσχώσεων που δεν επέτρεπαν τον ελλιμενισμό των πλοίων.
  Η οικιστική ανάπτυξη της Μυτιλήνης οδήγησε στη δημιουργία νέων συνοικιών και στη συνεχή αλλαγή του πολεοδομικού ιστού. Ωστόσο οι περισσότερες συνοικίες διατηρούν μέχρι σήμερα τη μορφή, τα όρια και τις ονομασίες των αρχών του 20ού αιώνα.
  Οι σημαντικότερες συνοικίες της Μυτιλήνης από βορά προς νότο είναι οι ακόλουθες:
  - Η Επάνω Σκάλα, στο Βόρειο λιμάνι, όπου συγκεντρώνονταν τα σπίτια των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης, καθώς και τα νεκροταφεία και πολλά από τα τζαμιά τους. Στη συνοικία αυτή εγκαταστάθηκαν πολλοί Μικρασιάτες πρόσφυγες το 1922. Η συνοικία της Επάνω Σκάλας διατρέχει το βόρειο τμήμα της οδού Ερμού, που αποτελούσε την παλιά Τούρκικη Αγορά.
  - Ο Συνοικισμός και η Αγία Κυριακή κάτω από το Αρχαίο Θέατρο, όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες που ήρθαν στη Λέσβο το 1923, με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Ο Συνοικισμός ("Σαρβαρλί") θεμελιώθηκε τον Μάρτιο του 1929 για να αντιμετωπίσει μαζικά τις μεγάλες ανάγκες στέγασης των προσφύγων και καταλαμβάνει το λόφο δυτικά από το Βόρειο λιμάνι.
  - Ο Αγιος Συμεών και ο Αγιος Γεώργιος είναι συνοικίες γύρω από τους ομώνυμους ναούς που εκτείνονται στα δυτικά της οδού Ερμού. Η συνοικία του Αγίου Γεωργίου αποτελούσε το νότιο όριο εγκατάστασης των μουσουλμάνων κατοίκων της Μυτιλήνης.
  - Οι συνοικίες των Αγίων Θεοδώρων, γύρω από τον ομώνυμο ενοριακό ναό και του Αγίου Αθανασίου με επίκεντρο τη Μητρόπολη, εκτείνονται ανατολικά της οδού Ερμού. Πριν το 1912, εκτός από τις κατοικίες υπήρχαν εκεί και πολλά εργαστήρια χριστιανών μελών της μέσης αστικής τάξης.
  - Η Κουμιδιά, το Μπας Φανάρι και τα Λαδάδικα, που αποτελούν κέντρα με εμπορικά καταστήματα και βιοτεχνικά εργαστήρια στην οδό Ερμού, και περιλαμβάνουν ελάχιστες κατοικίες.
  - Ο Αγιος Θεράποντας γύρω από τον περίφημο ναό που χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα με εντυπωσιακό μέγεθος και αξιόλογη αρχιτεκτονική μορφή. Η συνοικία του Αγιου Θεράποντα, που παλαιότερα αποκαλούνταν και "Αρχοντομαχαλάς", εκτείνεται στα δυτικά της οδού Ερμού, δίπλα στο Νότιο λιμάνι και συγκεντρώνει πλήθος παλιών αστικών κατοικιών της Μυτιλήνης.
  - Η Κουλμπάρα, μια μεγάλη συνοικία που εκτείνεται στις δυτικές παρυφές του Κάστρου και ανατολικά της οδού Ερμού και περιλαμβάνει πλήθος μικρών γειτονιών, με πυκνή οικιστική δόμηση.
  - Το Κιόσκι, στον λόφο νότια της Κουλμπάρας και του Κάστρου, πάνω από το σημερινό λιμάνι. Το Κιόσκι αποτέλεσε μία από τις πιο αριστοκρατικές συνοικίες της Μυτιλήνης, με πολλές αρχοντικές κατοικίες Μυτιληνιών εμπόρων και προξένων, που διατηρούνται μέχρι σήμερα.
  - Η Λαγκάδα και το Νιό Χωριό, που καταλαμβάνουν την πλαγιά στην δυτική είσοδο της πόλης. Είναι συνοικίες σχετικά αραιοκατοικημένες με μικρά χαμηλά σπίτια, όπου κατοικούν μέχρι σήμερα κυρίως χαμηλόμισθα και φτωχά στρώματα.
  - Το Λαζαρέτο και το Βουναράκι, που αναπτύχθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα στις ανατολικές παρυφές του λόφου που βρίσκεται νότια από την Λαγκάδα. Ανάμεσα στη Λαγκάδα και το Λαζαρέτο περνούσε ο ποταμός της Αλυσίδας που σήμερα έχει πια καλυφθεί από τον υπερκείμενο κεντρικό δρόμο που αποτελεί τη δυτική είσοδο της πόλης.
  - Ο Μακρύς Γιαλός ήταν συνοικία σχετικά αραιοκατοικημένη με πολλές αρχοντικές αστικές κατοικίες που διέθεταν μεγάλες αυλές και κήπους κατά μήκος της παραλίας. Από τα μέσα του 20ού αιώνα στο Μακρύ Γιαλό υπήρχαν πολλά υπαίθρια καφενεία και εξοχικά κέντρα, ενώ μέχρι σήμερα η περιοχή αυτή αποτελεί σημαντικό κέντρο της νυχτερινής ζωής της Μυτιλήνης.
  - Η Σουράδα, παλιό θέρετρο των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, έχει πλέον ενταχθεί στον πολεοδομικό ιστό. Σχετικά αραιοκατοικημένη περιοχή, με εντυπωσιακές αρχοντικές κατοικίες που διαθέτουν μεγάλους κήπους και θέα προς τη θάλασσα, όπως και η γειτονική συνοικία του Ακλειδιού, στις νότιες παρυφές της πόλης.
  - Η Καλλιθέα και η Χρυσομαλλούσα, πυκνοκατοικημένες συνοικίες στο νοτιοδυτικό άκρο της πόλης. Οι συνοικίες αυτές μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα ήταν περιοχές με περιβόλια και κήπους, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες γνωρίζουν μια ταχύρρθμη πολεοδομική ανάπτυξη με πολυκατοικίες και εμπορικά καταστήματα.
  - Ο Ανω Χάλικας και ο Κάτω Χάλικας που αποτελούσαν προάστεια της Μυτιλήνης, εντάσσονται σήμερα στον πολεοδομικό ιστό της πόλης, έχουν αραιή δόμηση και αγροτικές κατοικίες και αναπτύσσονται στην πλαγιά πάνω από τη Χρυσομαλλούσα.


Αξιόλογες επιλογές

Αρχιτεκτονική

  Η μορφή και η θέση των βιομηχανικών κτιρίων αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες που επικράτησαν στην περιοχή. Τα βιομηχανικά κτίρια χτίστηκαν από την αστική τάξη των εμπόρων και των μεγάλων γαιοκτημόνων που επένδυσαν στον τομέα της βιομηχανίας το πλεόνασμα των κερδών τους, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η αρχιτεκτονική μορφή και ο τρόπος κατασκευής τους αντλούσαν πρότυπα από τις αντίστοιχες κατασκευές της Ευρώπης και της Μικράς Ασίας. Πρόκειται κυρίως για ελαιοτριβεία, σαπωνοποιεία και βυρσοδεψεία, καθώς και για μεγάλες αποθήκες, που χτίστηκαν με δομικά υλικά ξυλεία, πέτρες, ασβέστη, τούβλα και κεραμίδια, που προέρχονταν από τη Λέσβο και τη Μικρά Ασία, ενώ εξοπλίστηκαν με μηχανήματα από την Αγγλία, τη Σμύρνη και τον Πειραιά. Στην πόλη της Μυτιλήνης τα περισσότερα βιομηχανικά κτίρια συγκεντρώνονταν στο Βόρειο και στο Νότιο λιμάνι. Ορισμένα διατηρούνται μέχρι σήμερα, με διαφορετική όμως λειτουργία.
  Οι οικίες της ανώτερης ελληνικής αστικής τάξης αποτελούν δείγμα της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Επιβλητικές σε όγκο και σε μορφή, με πολλά ευρωπαϊκά στοιχεία στην αρχιτεκτονική τους, υποδηλώνουν τη σχέση του τοπικού πληθυσμού με τα αστικά κέντρα της Ευρώπης, στο πλαίσιο του εκτεταμένου δικτύου ανταλλαγών της εποχής. Οι κατοικίες αυτές αντλούν πρότυπα και επιρροές από ποικίλα αρχιτεκτονικά στυλ και ρεύματα (όπως το νεογοτθικό ή το μπαρόκ), ενώ σε γενικές γραμμές κυριαρχεί ο νεοκλασικός και εκλεκτικιστικός ρυθμός. Χτίζονται κυρίως στις παρυφές της πόλης (εξοχικές κατοικίες), αλλά και σε κεντρικές συνοικίες και για την κατασκευή τους χρησιμοποιούνται οικοδομικά υλικά όπως η πέτρα, το ξύλο και τα κεραμίδια, που προέρχονται από τη Λέσβο ή τη Δυτική Ευρώπη.
  Οι κατοικίες της ελληνικής μεσαίας τάξης έχουν πολλά κοινά γνωρίσματα με τις κατοικίες της ανώτερης αστικής τάξης. Οι επιρροές στην κατασκευή είναι παρόμοιες, ωστόσο το μέγεθος των κτιρίων είναι πιο μικρό και η δόμηση πιο πυκνή, εφόσον χτίζονται στις κεντρικές συνοικίες της πόλης. Η είσοδος παρέχει άμεση πρόσβαση στο δρόμο, ενώ το ισόγειο χρησιμοποιήθηκε συχνά ως μαγαζί ή εργαστήριο. Χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι το "σαχνισίνι", δηλαδή το κλειστό μπαλκόνι που με τον καιρό τοποθετείται πάνω από την κύρια είσοδο, σαν υπόστεγο. Οι κατοικίες αυτές παρουσιάζουν μεγάλες αναλογίες με τις αντίστοιχες ελληνικές κατοικίες στη Σμύρνη και στο Αϊβαλί. Στην κατασκευή τους χρησιμοποιήθηκε κυρίως η πέτρα για τους εξωτερικούς τοίχους και το ξύλο ή το "μπαγδατί" για τους εσωτερικούς.
  Οι κατοικίες της μουσουλμανικής κοινότητας, από τις οποίες λίγες διασώζονται σήμερα, έχουν επηρεαστεί μορφολογικά από νεοκλασικά πρότυπα, ενώ συγκεντρώνουν και πολλά ανατολίτικα στοιχεία, όπως για παράδειγμα η ευρύτατη χρήση του ξύλου στην ανωδομή και η ημικυκλική καμάρα της εισόδου.Οι περισσότερες έχουν κτιστεί με βάση το ανεμολόγιο στον άξονα Βορά - Νότου για να είναι ευάερες. Τα σπίτια είναι συνήθως διώροφα ή τριόροφα, ενώ μερικά διέθεταν και σοφίτα. Στο εσωτερικό τους υπήρχε διαχωρισμός σε ανδρωνίτη και γυναικωνίτη.
  Μια άλλη κατηγορία κτιρίων είναι τα λεγόμενα προσφυγικά, δηλαδή τα σπίτια που χτίστηκαν εσπευσμένα για να μείνουν οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη Λέσβο το 1922. Αρκετοί εγκαταστάθηκαν σε σπίτια της μουσουλμανικής κοινότητας, που τους παραχωρήθηκαν από το κράτος μετά την αναχώρηση των μουσουλμάνων με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Τα προσφυγικά είναι μικρά και χαμηλά κτίσματα. Η ανέγερση τους κατά συστάδες αντανακλά τις δύσκολες συνθήκες εγκατάστασης. Ο προσφυγικός συνοικισμός αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυρήνες του αστικού προλεταριάτου από το Μεσοπόλεμο μέχρι τα μεταπολεμικά χρόνια.
  Η τελευταία κατηγορία κατοικιών είναι οι πύργοι. Οι πύργοι, βρίσκονται διάσπαρτοι στην περιοχή της πρωτεύουσας. Χτίστηκαν από τα μέλη της εύπορης τάξης των μεγαλογαιοκτημόνων μέσα στα εκτεταμένα κτήματά τους. Οι πρώτες κατασκευές εμφανίζονται το 17ο αιώνα, ενώ οι τελευταίες ολοκληρώνονται στα τέλη του 19ου αιώνα. Στον ευρύτερο χώρο της Μυτιλήνης, πύργοι διασώζονται στις περιοχές της Χρυσομαλλούσας, του Χάλικα και της Σουράδας.
  Οι πύργοι είναι διώροφα ή μεγαλύτερα κτίσματα, με ισόγειο πετρόχτιστο σαν φρούριο και ανωδομή που εξέχει προς τα έξω. Η τελευταία ήταν αρχικά πέτρινη κατασκευή, που αντικαταστάθηκε αργότερα από ξύλο και "μπαγδατί". Οι περισσότεροι πύργοι ανήκαν σε μεγάλους γαιοκτήμονες που διέμεναν εκεί με τις οικογένειές τους μόνο την περίοδο της συγκομιδής.
  Η αρχιτεκτονική μορφή των πύργων εξυπηρετούσε αμυντικούς σκοπούς: στο ισόγειο που αποτελούσε τον αποθηκευτικό χώρο της σοδειάς, δεν υπήρχαν καθόλου παράθυρα ή ανοίγματα, ενώ οι πάνω όροφοι αποτελούσαν τους χώρους κατοικίας και υποδοχής των ξένων. Ο συγκεκριμένος τρόπος κατασκευής των πύργων, ιδιαίτερα στην πρώτη περίοδο εμφάνισής τους, οφείλεται κυρίως στο φόβο των πειρατικών επιδρομών, που μάστιζαν τα νησιά του Αιγαίου.


Έχετε τη δυνατότητα να δείτε περισσότερες πληροφορίες για γειτονικές ή/και ευρύτερες περιοχές επιλέγοντας μία από τις παρακάτω κατηγορίες και πατώντας το "περισσότερα":

Αναχωρησεις πλοιων
Από

Copyright 1999-2019 ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ε.Π.Ε.