EN
Greek Travel Pages

Πληροφορίες τοπωνυμίου

Εμφανίζονται 8 τίτλοι με αναζήτηση: Θέματα του τόπου για το τοπωνύμιο: "ΚΡΗΤΗ Νησί ΕΛΛΑΔΑ".


Θέματα του τόπου (8)

Αξιόλογες επιλογές

Η κρητική φορεσιά

Η ανδρική φορεσιά
  Η σημερινή ανδρική φορεσιά έκανε την εμφάνισή της το 16ο αι. Κατά το 15ο αι. οι Κρήτες ντύνονταν σύμφωνα με τη βενετσιάνικη μόδα, ενώ το 13ο και το 14ο αι. διατηρούσαν τη βυζαντινή φορεσιά. Τη φορεσιά, που την κατασκεύαζε ειδικός ράφτης, συνόδευε το σαρίκι, δηλαδή το πλεκτό, μεταξωτό, μαύρο μαντήλι για το κεφάλι και τα στιβάνια που είναι τα υποδήματα της στολής. Η επίσημη διακοσμούνταν με πλούσια κεντήματα σε βαθυκύανες ή μαύρες αποχρώσεις και συνοδεύονταν πάντα από το ασημένιο μαχαίρι.
  Τα κυριώτερα μέρη της ανδρικής φορεσιάς είναι: η βράκα που μοιάζει με φούστα αλλά κλείνει πάνω από τα γόνατα, σχηματίζοντας παράλληλα "φούσκα" εμπρός και πίσω, το γιλέκι η ζώνη μήκους γύρω στα 8μ, το μεϊντάνι, που φοριέται πάνω από το γιλέκι, το καπότο που είναι "ριχτό" στην πλάτη και το πουκάμισο.
Η γυναικεία φορεσιά
  Καθιερώθηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του 16ου αι. και περιλαμβάνει δύο παραλλαγές: τη Σφακιανή και την Ανωγειανή.
  Σφακιανή ονομάζουμε τη γιορτινή φορεσιά της περιοχής Σφακίων, που με τον καιρό αποτέλεσε την επίσημη στολή ολόκληρης της δυτικής Κρήτης με κύριο χαρακτηριστικό τη φούστα που φοριέται πάνω από το πουκάμισο κι ουσιαστικά αποτελεί ένα μακρύ πολύπτυχο φουστάνι χωρίς μανίκια. Φτιάζεται από μεταξωτό ύφασμα συνήθως χρώματος βυσσινί και διακοσμείται στο κάτω άκρο με χρυσά σειρήτια.
  Η Ανωγειανή φορεσιά ή Σάρζα εμφανίστηκε στα μέσα περίπου του 17ου αι. κι επειδή φορέθηκε ιδιαίτερα στην περιοχή των Ανωγείων Μυλοποτάμου ονομάστηκε ανωγειανή. Η διαφορά της από τη σφακιανή είναι η σάρζα που φτιάζεται από μάλλινη κόκκινη τσόχα, έχει σχήμα ποδιάς και διακοσμείται στο κάτω άκρο με φαρδί χρυσαφί ή μπλε σειρίτι. Αρχικά δενόταν στη μέση και κρεμόταν ελεύθερη καλύπτοντας το αριστερό μέρος του σώματος. Αργότερα άρχισαν να ανασηκώνονται οι δύο άκρες της και να στερεώνονται μέσα στο ζωνάρι. Ουσιαστικά η σάρζα αντικαθιστά τη φούστα. Η μορφή της σάρζας επέβαλε το να μακρύνει τόσο το πουκάμισο που ο ποδόγυρός του διακοσμείται τώρα ακόμα περισσότερο, όσο και η βράκα που πια φθάνει ως τους αστραγάλους. Αλλα στοιχεία της γυναικείας φορεσιάς είναι το τσόχινο ή βελούδινο ζιπόνι, που διακοσμείται με χρυσά κορδονέττα, μεταξωτό, βαμβακερό ή υφαντό λευκό πουκάμισο με πλούσια διακοσμημένα μανίκια η ζώνη και το μαντήλι.
(κείμενο: Στέλλα Καλογεράκη)
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται το Φεβρουάριο 2004 από τουριστικό φυλλάδιο της Νομαρχιακής Επιτροπής Τουριστικής Προβολής Ρεθύμνου.


Το βάψιμο του υφάσματος

  Τις παλαιότερες πληροφορίες για τα διαδικασία βαφής των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων με φυτικά χρώματα παρέχουν οι φιλολογικές πηγές. Ιδιαίτερα αναλυτικός είναι ο Πλίνιος που περιγράφει λεπτομερειακά τη διαδικασία βαφής με φυτά. Επίσης Αιγυπτιακοί πάπυροι του 3ου και 4ου αι. μ.Χ. περιέχουν οδηγίες και αναφέρονται στα τρία στάδια βαφής των μαλλιών, που δεν διαφέρουν από εκείνα που εφαρμόζονται ακόμα και σήμερα στην παραδοσιακή βαφική υφασμάτων και περιλαμβάνουν: Καθαρισμό του υλικού, βούτηγμα σε στυπτικά διαλύματα, για να στερεωθεί στη συνέχει η κυρίως βαφή. Τα χρώματα εκτός από φυτικά μπορεί να είναι και ζωικά. Οι κυριώτερες βασικές ύλες είναι: η προφύρα που έβγαινε από κογχύλια και έδινε κόκκινο και ιώδες χρώμα. Ο τρόπος βαφής με την πορφύρα ανάγεται στα μινωικά χρόνια. Κόκκινο χρώμα δίδει και το πρινοκούκκι ή κερμέζ ή κιρμίζο, ένα είδος εντόμου που ζει στα φύλλα του πρίνους, της βαλανιδιάς και του κέδρου καθώς και ο φύκος, το θαλασσινό φύκι, που βρίσκεται άφθονο στις παραλίες καθώς και το ριζάρι ή ερυθρόδανον (rubia tinctoria). Τα φύλλα του πλατάνου, τα φύλλα της καρυδιάς και ο πράσινος φλοιός των καρυδιών δίδουν σκούρο καστανό χρώμα. Με την ακονιζά (inula viscosa), που είναι θάμνος και φυτρώνει σε ακαλλιέργητες περιοχές και με τα χλωρά φύλλα της αμυγδαλιάς ή ρογδιάς, φτιάχνουν το πράσινο χρώμα. Πολλά είναι τα φυτά που δίνουν το κίτρινο: ο κρόκος ή ζαφορά (crocus sativus), οι κίτρινες μαντηλίδες (chrysanthemum segetum), που φυτρώνουν στους αγρούς και ανθίζουν το φθινόπωρο, τα φλούδια του ροδιού, τα φύλλα της λυγαριάς (vitex agnus castus), τα μανουσάκια, η ξυνίδα που έχει λουλούδια από το Φεβρουάριο ως τον Απρίλιο, το χαμόμηλο κ.ά. Εκτός από τα φυτικά και τα ζωικά υλικά για τις βαφές χρησιμοποιούν και άλλες ουσίες, όπως η καπνιά (αιθάλη) για μαύρο χρώμα, η σκουριά από σίδερα για καφέ και το έτοιμο λουλάκι για μπλε.
(κείμενο: Στέλλα Καλογεράκη)
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται το Φεβρουάριο 2004 από τουριστικό φυλλάδιο της Νομαρχιακής Επιτροπής Τουριστικής Προβολής Ρεθύμνου.


Τα υλικά για τα υφαντά και η επεξεργασία τους

  Η προεργασία που είχαν να κάνουν οι γυναίκες της Κρήτης για να καταφέρουν να φτιάξουν τα υφαντά με τα πολύχρωμα και πολύπλοκα σχέδια ήταν μακροχρόνια και κοπιαστική. Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν, το μαλλί, το μπαμπάκι, το λινάρι και το μετάξι απαιτούσαν ειδική επεξεργασία μέχρι τη στιγμή που θα ήταν έτοιμα για τον αργαλειό.
  Το μαλλί ήταν ίσως η βασικότερη υφαντική ύλη, μιας και οι ορεινές περιοχές της Κρήτης με τα πολυάριθμα αιγοπρόβατα διέθεταν άφθονο το υλικό αυτό. Η πολύπλοκη διαδικασία της επεξεργασίας του μαλλιού ξεκινούσε με κούρεμα των προβάτων που γινόταν την Ανοιξη. Μετά το κούρεμα έπλεναν το μαλλί με βραστό νερό και σαπούνι και το άπλωναν να στεγνώσει. Τα βράδια του χειμώνα το έξεναν (αραίωναν) φτιάχνοντας τις τουλούπες (μάζες μαλλιού) κι έπειτα το χεροχτένιζαν ξεχωρίζοντας τα μακριά καλύτερης ποιότητας νήματα για το στημόνι και τα δευτερεύουσας για το υφάδι. Ακολουθούσε η μετατροπή του μαλλιού σε νήμα με το κλώσιμο που γινόταν με το αδράχτι, τη διχαλωτή ρόκα και τη φουσκόροκα. Η χρήση του αδραχτιού από τους αρχαίου χρόνους μαρτυρείται από την πληθώρα σφονδυλιών που βρίσκονται στις ανασκαφές και χρονολογούνται ήδη από τα προϊστορικά χρόνια.
  Ο σκοπός που εξυπηρετούσαν ως βάρη για το αδράχτι ήταν να ενισχύουν την περιστροφή. Ακολουθούσε το τυλιγάδιασμα, δηλαδή το τύλιγμά του σε τυλιγάδι. Αφού το περιέβρεχαν με ζεματιστό νερό, το νήμα ήταν έτοιμο για ύφανση.
  Το βαμβάκι, που το μάζευαν τα πρωινά του Αυγούστου, το φύλαγαν σε στεγνό μέρος αφού του αφαιρούσαν τους σπόρους. Ακολουθούσε το στοίβαγμα του μπαμπακιού, η μετατροπή του δηλαδή σε αραχνένιους σωρούς, το κλώσιμο με αδράχτι από τις νοικοκυρές το τυλιγάδισμα, το ζεμάτισμα, το στέγνωμα και το καλάμισμα.
  Από το λινάρι βγαίνει το νήμα από το οποίο κατασκευάζεται το λινό ύφασμα και ήταν γνωστό ήδη από την αρχαιότητα στην Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή. Αλλά και στην Ελλάδα, στα αρχαιολογικά στρώματα της πρωτοελλαδικής Λέρνας βρέθηκαν σπόροι λιναριού. Επίσης στον Όμηρο μαρτυρούνται ρούχα και πανιά ιστιοπλοίας φτιαγμένα από λινό ύφασμα. Εξάλλου οι πρόσφατες ανασκαφές στο νεκροταφείο της αρχαίας Ελεύθερνας, στο νομό Ρεθύμνης, έφεραν στο φως χάλκινη φιάλη του 8ου αι. π.Χ., μέσα στην οποία υπήρχε κομμάι λινού υφάσματος. Στην Κρήτη το έσπερναν το Νοέμβριο και στο τέλος της Ανοιξης. Όταν τα στάχτυα ήταν έτοιμα, τα ξερίζωναν, έφτιαχναν δεσμίδες που αφού τις κοπάνιζαν για να πέσει ο σπόρος, τις πήγαιναν στη θάλασσα ή στο ποτάμι και τις πίεζαν με πέτρες για αν μείνουν μέσα στο νερό για 10 έως 20 μέρες, ώστε να μαλακώσει ο κορμός. Έπειτα τις έβαζαν στον ήλιο να στεγνώσουν και κατόπιν τις κοπάνιζαν (σπάθιζαν) μέχρι να μείνουν οι ίνες που θα γινόταν κλωστές. Δύο ήταν τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν για το σπάθισμα: η σπαθόβεργα και η ξυλογαϊδάρα.
  Το μετάξι γινόταν από το μεταξοσκώληκα που τον τάιζαν με φύλλα μουριάς. Όταν τα κουκούλια ήταν έτοιμα, ξεχώριζαν εκείνα που θα κρατούσαν για σπόρο και τα υπόλοιπα τα άπλωναν στον ήλιο για να ψοφήσει το σκουλήκι. Έπειτα τα έβαζαν σε ζεστό νερό και τα χτυπούσαν για να βγουν οι ίνες τους τις οποίες έστριβαν και έδεναν πάνω στη σβίγα.
(κείμενο: Στέλλα Καλογεράκη)
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται το Φεβρουάριο 2004 από τουριστικό φυλλάδιο της Νομαρχιακής Επιτροπής Τουριστικής Προβολής Ρεθύμνου.


Ο αργαλειός και η ύφανση

  Οι βασικοί μάρτυρες της χρήσης του αργαλειού ήδη από τα πρώιμα μινωικά χρόνια, αλλά κυρίως κατά τα Μεσομινωικά και υστερομινωικά είναι οι αγνύθες που δένονταν στην κάτω άκρη του στημονιού και με το βάρος τους το κρατούσαν τεντωμένο. Επίσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μοτίβα των ενδυμασιών ειδωλίων και εικονιζόμενων μορφών σε τοιχογραφίες της μινωικής εποχής μαρτυρούν την χρήση αργαλειού.
  Στη μεγαλύτερη ακμή της έφθασε η υφαντική στα βυζαντινά και μεταβυζαντινά και συνέχισε να αναπτύσσεται μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα. Αλλά και σήμερα ο αργαλειός ή αργαστήρι όπως λέγεται στα χωριά αποτελεί τη βασικότερη οικοτεχνία που εξακολουθεί να αναπαράγει παραδοσιακά μοτίβα.
  Τον αργαλειό κατασκευάζει έμπειρος τεχνίτης χρησιμοποιώντας ξύλο κυπαρισσιού, καρυδιάς ή μουργιάς. Πέρα από το σκελετό που αποτελείται από τα μεριά, τα τέσσερα πόδια που στήριζαν τα μεριά, τις τέσσερις κάθετες κορώνες (ή κολώνες) δύο για κάθε μερί που συνδέονται μεταξύ τους με ένα ξύλο την κορατσίνα, τα αντιά, ένα για να τυλίσσεται το στημόνι κι ένα για το έτοιμο υφαντό, οι σφύκτες για να κρατούν τεντωμένα τα νήματα και το ύφασμα και το πέταλο για την τοποθέτηση του χτενιού και το χτύπημα του υφαδιού, υπήρχαν και τα εξαρτήματα της ύφανσης: το χτένι που εξασφάλιζε την κανονική απόσταση ανάμεσα στα νήματα του στημονιού και εμπόδιζε το μπέρδεμά τους, οι μίτοι για το ανεβοκατέβασμα των νημάτων του στημονιού, οι πατητήρες που κινούνται με τα πόδια και δημιουργούν χώρο μέσα στο στημόνι, ώστε να περάσει η σαϊτα, οι σαϊτες τις οποίες κινεί η υφάντρα από τα δεξιά προς αριστερά και αντίστροφα διασταυρώνοντας το υφάδι με το στημόνι, οι ξύγκλες για το τέντωμα του υφαινόμενου υφάσματος το μασουροκάλαθο μέσα στο οποίο η υφάντρα βάζει το ψαλίδι, τις σαϊτες και τις κλωστές και τα βαρίδια που είναι πέτρινα ή σιδερένια. Ανάλογα με την τεχνική της ύφανσης τα κρητικά υφαντά χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τα σκουλάτα, στην επιφάνεια των οποίων σχηματίζονται πολλές θηλιές, και τα δεξιμάτα που έχουν λεία επιφάνεια.
  Επίσης σε δύο μεγάλες κατηγορίες χωρίζονται και με βάση τη χρήση: η μία περιλαμβάνει τα υφαντά της φορεσιάς, την οποία θα εξετάσουμε χωριστά, και η άλλη τα οικιακά υφαντά, αυτά δηλαδή που χρησιμεύουν για τις ανάγκες και το στόλισμα του σπιτιού. Καθένα από τα οικιακά υφαντά έχει ξεχωριστή ονομασία, σχήμα, χρήση, υλικό κατασκευής και διακόσμηση. Ορισμένα από αυτά είναι: η πατανία που χρησιμεύει ως κλινοσκέπασμα αλλά και για το στόλισμα του σπιτιού, το κιλίμι, που είναι επίσης κλινοσκέπασμα αλλά βαρύτερο, το κασελοσκέπασμα που καλύπτει την κασέλα, η πετσέτα. Ιδιαίτερα προσεγμένες είναι οι πετσέτες που χαρίζουν σε σημαντικά γεγονότα όπως τα βαφτίσια, ο αρραβώνας, ο γάμος, το χράμι που είναι ελαφρύ δίφυλλο κλινοσκέπασμα, το τραπεζομάντηλο, το φασκιόνι που τυλίγουν τα νεογέννητα, ο καναπεδόγυρος που μπαίνει στο κάτω μέρος του καναπέ και καλύπτει τα πόδια του, το προσώμι το οποίο τοποθετούσαν οι γυναίκες στον ώμο τους για να ακουμπήσουν τη στάμνα, οι βούργιες, που χρησίμευαν ως τσάντες κ.α.
(κείμενο: Στέλλα Καλογεράκη)
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται το Φεβρουάριο 2004 από τουριστικό φυλλάδιο της Νομαρχιακής Επιτροπής Τουριστικής Προβολής Ρεθύμνου.


Κεντητική

  Η κεντητική, δηλαδή η διαδικασία διακόσμησης του υφάσματος με βελόνα και νήμα, περιλαμβάνει τα κεντήματα του σπιτιού, τα εκκλησιαστικά και της φορεσιάς. Οι ρίζες της τέχνης αυτής βρίσκονται στο 17ο αιώνα οπότε τα κεντήματα βασίζονται στη βυζαντινή παράδοση. Από την εποχή αυτή σώζονται κυρίως ποδόγυροι από φορεσιές, κλινοσκεπάσματα και εκκλησιαστικά κεντήματα με κοινά χαρακτηριστικά την τεχνική και τα σχέδια που αποδίδονται με πολύχρωμες μεταξωτές κλωστές. Τα ίδια σχέδια αλλά περισσότερο τυποποιημένα και άκαμπτα συνεχίζουν και κατά το 18ο και 19ο αι. Είναι η εποχή της Τουρκοκρατίας οπότε, λόγω της φτώχειας, οι γυναίκες συχνά παραχωρούν τους ποδόγυρούς τους στην εκκλησία όπου μετατρέπονται σε άμφια.
  Όμως, σ’ όλες τις ιστορικές φάσεις, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες και την ανέχεια, η γυναίκα της Κρήτης, που από μικρή διδασκόταν τις τεχνικές της κεντητικής από τη μητέρα και τις γιαγιάδες της, έμαθε σεβόμενη την παράδοση, να επαναλαμβάνει τα γνωστά διακοσμητικά θέματα αλλά και να τα εμπλουτίζει με βάση τη δημιουργική της φαντασία αποδίδοντας γεγονότα της καθημερινής ζωής αλλά και ιστορικά και θρησκευτικά θέματα.
  Ανάλογα με την τεχνική της κατασκευής τους διακρίνονται στα ξομπλιαστά που γίνονται σε μη σχεδιασμένο ύφασμα, με μέτρημα των κλωστών του, και στα γραφτά στα οποία το μοτίβο έχει σχεδιαστεί πάνω στο ύφασμα. Επίσης διαφοροποιούνται με βάση τη βελονιά. Έτσι έχουμε: τη βυζαντινή βελονιά, όπου το σχέδιο προβάλλεται με έντονα χρώματα πάνω στο λευκό φόντο, τη σταυροβελονιά που εφαρμόζεται συνήθως σε καμβά ή ύφασμα εταμίν, ώστε να μπορούν να μετρηθούν οι κλωστές του υφάσματος χωρίς σχέδιο, το ανεβατό όπου όλο το σχέδιο καλύπτεται με ίσιες ή πλάγιες βελονιές, το φιλτιρέ όπου αφαιρούνται κλωστές από κάποιο τμήμα του υφάσματος το οποίο κεντούν στη συνέχεια δημιουργώντας ένα διάτρητο διάκοσμο, το κοφτό στο οποίο αφαιρούνται τμήματα του υφάσματος στο εσωτερικό του σχεδίου, το αζούρ όπου αφαιρούνται κλωστές του υφάσματος και στη συνέχεια εκείνες που απέμειναν χαλαρές συμπλέκονται μεταξύ τους σχηματίζοντας διάφορα διακοσμητικά σχέδια και τέλος η ρεθεμνιώτικη βελονιά που γεννήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο φόβος της εξαφάνισης της λαϊκής παραδοσιακής κεντητικής, οδήγησε τη Χρυσή Αγγελιδάκη (1884-1992) να εμπνευστεί τη βελονιά που θα εξασφάλιζε τη διαιώνιση των παραδοσιακών διακοσμητικών θεμάτων της υφαντικής. Η Ρεθεμνιώτικη βελονιά όχι μόνο επικράτησε στο Ρέθυμνο αλλά διαδόθηκε και πέρα απ’ αυτό, στους υπόλοιπους νομούς της Κρήτης.
Εκκλησιαστικά κεντήματα
  Ιδιαίτερη κατηγορία κεντητικής αποτελούν τα εκκλησιαστική κεντήματα πολλά από τα οποία ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να γίνονται από μοναχούς. Ήδη από το 17ο αι. παράγονταν στα μοναστήρια της Κρήτης άμφια εξαιρετικής μεγλαορέπειας φτιαγμένα από υφαντό ύφασμα και κεντημένα με χρυσό, ασήμι και μετάξι, πολλά από τα οποία φυλάσσονται σε μουσεία των μονών.
(κείμενο: Στέλλα Καλογεράκη)
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται το Φεβρουάριο 2004 από τουριστικό φυλλάδιο της Νομαρχιακής Επιτροπής Τουριστικής Προβολής Ρεθύμνου.


Πλεκτική

  Το βελόνι, η σαϊτα και το κοπανέλι σε συνδυασμό με λινές, βαμβακερές ή μεταξωτές κλωστές είναι τα "εργαλεία" που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ενός πλεκτού. Καθισμένη δίπλα στο τζάκι το χειμώνα ή στην αυλή το καλοκαίρι, η γυναίκα της Κρήτης αξιοποιούσε τον ελεύθερο χρόνο της πλέκοντας για την προίκα της κόρης παραδοσιακά σχέδια πλούσια σε μοτίβα και τεχνικές.
  Τα κυριώτερα είδη πλεκτικής είναι τα εξής:
  Η δαντέλα που μπαίνει ως απόληξη στις πλευρέ πλεκτών, κεντημάτων, ασπρόρουχων ή και στην ενδυμασία.
  Οι δεσιές που γίνονται στις πετσέτες, τα καλύμματα των κρεβατιών και στις πατανίες πλέκοντας μεταξύ τους τις κλωστές του ίδιου του υφάσματος.
  Οι κροσσοί που έχουν την ίδια χρήση με τις δεσιές αλλά δουλεύονται χωριστά και στη συνέχεια ενώνονται με την απόληξη του υφάσματος. Σχηματίζουν δέσμες από πολλές κλωστές τις οποίες τοποθετούν παράλληλα και τις ξαναδένουν μεταξύ τους δημιουργώντας δικτυωτά μοτίβα. Συχνά με την απόληξη των κλωστών σχηματίζουν φούντες.
  Τα δικτυωτά πλεκτά φτιάχνουν οι γυναίκες χρησιμοποιώντας τη σαϊτα και στη συνέχεια κεντούν πάνω σ’ αυτά με τη βελόνα διάφορα σχέδια με ποικίλες βελονιές.
  Τα υφάσματα με ανοίγματα για την κατασκευή των οποίων ακολουθούνται ποικίλες τεχνικές και περιέχουν πλούσια διακοσμητικά μοτίβα παρμένα κυρίως από το φυτικό και το ζωικό βασίλειο.
(κείμενο: Στέλλα Καλογεράκη)
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται το Φεβρουάριο 2004 από τουριστικό φυλλάδιο της Νομαρχιακής Επιτροπής Τουριστικής Προβολής Ρεθύμνου.


Παραδοσιακοί χοροί της Κρήτης, Πυρρίχιος



Έχετε τη δυνατότητα να δείτε περισσότερες πληροφορίες για γειτονικές ή/και ευρύτερες περιοχές επιλέγοντας μία από τις παρακάτω κατηγορίες και πατώντας το "περισσότερα":

Αναχωρησεις πλοιων
Από

Copyright 1999-2019 ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ε.Π.Ε.